Μάργκαρετ Άτγουντ
Η ιστορία της Πορφυρής Δούλης
Μετάφρ. Παύλος Μάτεσις
Εκδ. ΕΣΤΙΑ, 1989

Οι εφιαλτικές προβολές του κόσμου μας στο μέλλον ή αλλιώς τα δυστοπικά έργα με ή χωρίς μηχανές, ρομπότ και εξωγήινους έχουν παραδοσιακά μεγάλο και ποικιλόμορφο κοινό αναγνωστών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που μετά από πολλές μεταφορές στον κινηματογράφο (σενάριο του Χάρολντ Πίντερ), το θέατρο, το ραδιόφωνο και την όπερα, η Ιστορία της Πορφυρής Δούλης (κατά την ελληνική μετάφραση του The Handmaid’s Tale από τον Παύλο Μάτεσι, εκδόσεις Εστία 1989), ένα διάσημο αμερικανικό διαδικτυακό κανάλι, γνωστό για τις υψηλών προδιαγραφών τηλεοπτικές σειρές του, αποφασίζει να ξαναπεί την ιστορία «της του Φρεντ» (Offred) και στη μικρή οθόνη. Ενόψει αυτής της πρωτοβουλίας ξαναθυμόμαστε το κλασικό πλέον έργο της Καναδής συγγραφέως Μάργκαρετ Άτγουντ.

Η Ιστορία της Πορφυρής Δούλης κέρδισε το κοινό περισσότερο για την ίδια την ιστορία που αφηγείται παρά για τον τρόπο που την αφηγείται. Κατά τη γνώμη της γράφουσας ωστόσο, η ίδια η αφήγηση προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην πλοκή, καθώς σαν ιδέα αποτελεί απλώς ένα κράμα δικτατορίας (όπως την έχει γνωρίσει ο σύγχρονος κόσμος) και μεσαιωνικού σκοταδισμού. Ο συνδυασμός αυτός, άνευ εκπλήξεως για τον αναγνώστη, οδηγεί σε ένα κοινωνικό τέλμα, σε μία εξωφρενική υπερβολή όπου τα ζευγάρια της ανώτερης τάξης με αναπαραγωγικά προβλήματα έχοντας μοναδικό σκοπό να διαιωνίσουν το είδος τους, χρησιμοποιούν γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, τις αποκαλούμενες «πορφυρές δούλες» (“handmaids”), που έχουν αποσπάσει από τις οικογένειές τους και εκπαιδεύσει, ώστε να ζουν και να λειτουργούν αποκλειστικά ως μηχανές τεκνοποίησης, υπό τις οδηγίες και επίβλεψη των συζύγων, οι οποίες συμπεριφέρονται σαν τις γνωστές σε εμάς σκληροπυρηνικές καλόγριες, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Οι πορφυρές δούλες δεν έχουν ούτε ταυτότητα, ούτε συναισθήματα, ούτε και ανθρώπινα δικαιώματα. Το όνομα καθεμιάς τους δηλώνει και τον άνδρα που τη χρησιμοποιεί για να τεκνοποιήσει. Ο έρωτας και ο ερωτισμός έχει χαθεί. Το οποιοδήποτε συναίσθημα ή πάθος είτε από τις δούλες είτε από τους άνδρες είναι απαγορευμένο. Στον κόσμο που έφτιαξε η Άτγουντ, όλοι οι άνθρωποι υποφέρουν από ένα αυστηρό και παράλογα απάνθρωπο πολιτικό καθεστώς που θέτει περιορισμούς και συνεχώς επιβλέπει τους πάντες, όμως η φεμινιστική θέση της συγγραφέως είναι διάχυτη και υποβόσκουσα σε όλη την αφήγηση.

Η του Φρεντ, που διηγείται την ιστορία της ως πορφυρή δούλη, βάζει τον αναγνώστη σταδιακά, με αναδρομές στο παρελθόν στον κόσμο που ζει, στην Αμερική που έχει νεκρωθεί και που προσπαθεί να αντισταθεί˙ στην αμερικανική πανεπιστημιούπολη που από πυρήνας γνώσεων και προόδου γίνεται τόπος εξευτελισμού και συσκότισης˙ σε μία Αμερική που θα μπορούσε να έχει υπάρξει στο παρελθόν και ίσως να μπορέσει να υπάρξει στο μέλλον. Μία μηχανή αναπαραγωγής είναι και η του Φρεντ η οποία προσπαθεί να χωρέσει σε αυτόν τον καταπιεστικό κόσμο, άλλοτε συνηθίζοντας, άλλοτε αμφισβητώντας κρυφά και ανατρέχοντας σε μνήμες του παρελθόντος, άλλοτε πιο δυναμικά διεκδικώντας μικρές ή μεγάλες διεξόδους διαφυγής. Πρόκειται για έναν εσωτερικό μονόλογο που μαγνητίζει τον αναγνώστη ο οποίος αρχικά προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο της αφηγήτριας και στη συνέχεια να καταλάβει την ηρωίδα της ιστορίας και να τη δει να λυτρώνεται. Λόγω εξάλλου αυτής της αφηγηματικής τεχνικής ο αναγνώστης καλείται να θεωρήσει δεδομένα κάποια πράγματα που του αποκαλύπτονται από τις αναδρομικές αναφορές της αφηγήτριας σχετικά με την επικράτηση και λειτουργία αυτού του απολυταρχικού θεοκρατικού καθεστώτος, ώστε να απορροφηθεί στα ιστορούμενα γεγονότα και να δώσει βάρος στον ίδιο τον ψυχισμό της ηρωίδας. Στις τελευταίες σελίδες του έργου δίνονται με έναν πρωτότυπο ίσως και ειρωνικό τρόπο για την ιστορία του κόσμου που κάνει κύκλους, κάποιες συμπληρωματικές πληροφορίες για το καθεστώς αυτό. Η Άτγουντ βάζει την ηρωίδα της να αφηγείται τα όσα βιώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, χωρίς υπερβολικές ή περίτεχνα λογοτεχνικές εκφράσεις, ενώ μοιράζεται με τον αναγνώστη τους φόβους και τα συναισθήματά της κάθε στιγμή («θα ‘θελα να μη γνωρίζω τη ντροπή. Θα ‘θελα να είμαι ξεδιάντροπη. Θα ‘θελα να με τυλίγει μόνο άγνοια. Κι έτσι δεν θα γνώριζα πως αγνοώ τα πάντα. Ούτε τι σημαίνει άγνοια»), χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν θα γίνει αρεστή, αμφιβάλλοντας πολλές φορές ακόμη και για την αλήθεια των όσων λέει, καθώς γνωρίζει ότι η μνήμη μπερδεύεται («ψέματα είναι. Επινόησή μου. Δεν έγινε έτσι» και λίγο παρακάτω «Δηλαδή ούτε κι έτσι έγινε. Δεν είμαι σίγουρη πώς έγινε. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη. Μια ανάπλαση μόνο είναι, ελπίζω πως είναι»).

Η του Φρεντ πράγματι λυτρώνεται κατά κάποιον τρόπο. Λυτρώνεται όχι από τα όσα υποφέρει, αλλά από τη μεταμόρφωσή της σε μία άψυχη μηχανή τεκνοποίησης. Η του Φρεντ καταφέρνει να ερωτευθεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί, να επιθυμήσει να ζήσει έστω για μια στιγμή σαν αληθινή γυναίκα. Έτσι, το όποιο τέλος έρθει για την πρωταγωνίστρια (διαφυγή στο εξωτερικό ή θάνατος) λίγο απασχολεί τον αναγνώστη που του δίνεται η δυνατότητα να διαλέξει τη δική του εκδοχή. Αυτή τη λύση επιλέγει η συγγραφέας για την ηρωίδα της, στον αντίποδα ενός άλλου κεντρικού χαρακτήρα της ιστορίας, της δυναμικής και χειραφετημένης φίλης της πρωταγωνίστριας, της Μόιρα, στην οποία η πρώτη βλέπει όλα αυτά που θα ήθελε να ήταν και να μπορούσε να κάνει η ίδια, δηλαδή να αντισταθεί. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που η Μόιρα αν και πορφυρή δούλη αποκαλείται σε όλο το έργο με το πραγματικό της όνομα, ενώ αντίθετα η αφηγήτρια παραμένει ως το τέλος ως «η του Φρεντ», μια γυναίκα πιο δειλή, πιο υποτακτική, πιο πρόθυμη να συμβιβαστεί.

Πέρα από το λογοτεχνικό ενδιαφέρον που προκαλούν βιβλία όπως το 1984 του Όργουελ, το Ubik του Φίλιπ Ντικ, ο Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος του Άλντους Χάξλει αλλά και αυτό της Μάργκαρετ Άτγουντ, μας κρούουν ταυτόχρονα και τον κώδωνα του κινδύνου για το πώς μπορεί όλα όσα θεωρούμε δεδομένα και κεκτημένα στη ζωή και την καθημερινότητά μας να αλλάξουν καθοριστικά μέσα από επιπόλαιες επιλογές πολιτικής εξουσίας. Κι αυτός ο κίνδυνος στέκει ήδη σα σκιά πάνω από τη σημερινή Ευρώπη.