Γιώργος Βέης
Ινδικοπλεύστης
ΚΕΔΡΟΣ
ΣΕΛ. 232
ΕΝΑΣ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Με το καινούριο του ταξιδιωτικό -τρόπος του λέγειν- βιβλίο με τον τίτλο Ινδικοπλεύστης, επανεμφανίζεται ο Γ. Βέης στη λογοτεχνική μας σκηνή, σε μια ανεξάντλητη -από ό,τι φαίνεται- επίδειξη επιτυχημένης γραφής, ποιητικής και φιλοσοφικής στην πραγματικότητα απόκλισης. Διπλωμάτης που πέρασε πολλά από τα χρόνια της ζωής του σε ξένους τόπους όλων των ηπείρων και τους οποίους εγκολπώθηκε είτε ως φύση, είτε ως δείκτες πνευματικής ουσίας και τους ενσωμάτωσε σε μια κοσμοθεωρία ενότητας, συμφιλίωσης με την ετερότητα, εξομάλυνσης των αντιθέσεων και καταλλαγής. Ήταν προφανώς μια κατ’ αναλογίαν Οδύσσεια αυτή η περιδιάβαση του κόσμου, όπου “πολλῶν ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω” και από την οποία τις εμπειρίες και τα βιώματά του, τόσο αισθητηριακά, όσο και πνευματικά θέλησε να τα μοιραστεί μαζί μας, προσκομίζοντας με τα κείμενά του άνθη σοφίας και θάλπους.

Στην τωρινή του περιπλάνηση σε μέρη της Ινδονησίας, της Ιαπωνίας, της Κίνας, του Βιετνάμ, της Ινδίας, θα δώσει επίσης το χαρακτήρα ενός στοχαστικού περίπλου σε γειτονιές της γης, τοποθετώντας έναν τίτλο που είναι σχετικός με την υπόθεση αυτή της περιηγητικής -θα έλεγε κανείς- μανίας -που ωστόσο στην περίπτωσή του, λόγω επαγγελματικών ασχολιών, ήταν υποχρεωτική- πράγμα που όμως δεν τον εμπόδισε να αντλήσει -με όλες τις τεταμένες αισθήσεις ενός προσεκτικού, αλλά χωρίς α priopri πεποιθήσεις παρατηρητή- τους χυμούς των τόπων που του δόθηκε να επισκεφτεί. Σαν άλλος πλεύστης των περιοχών του Ινδικού Ωκεανού λοιπόν ο Γ. Βέης, αφιερώνει το παρόν βιβλίο στον πατέρα του, ο οποίος κατά τύχη -σαν έφεδρος ασυρματιστής- συμμετείχε σε πλήρωμα νηοπομπής στον ωκεανό αυτόν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, από τον οποίο άκουσε για πρώτη φορά ιστορίες για τις εξωτικές χώρες του και όπου αργότερα έμελλε να βρεθεί και ο ίδιος και να προσποριστεί εκ του σύνεγγυς τη συγγραφική του ύλη, αποδεικνύοντας ίσως πόσο καμιά φορά η μοίρα καθορίζει τη ζωή μερικών ανθρώπων. Δεν θα είχε ασκήσει ίσως αυτό το είδος της γραφής, εάν δεν είχε απομακρυνθεί από τα πάτρια εδάφη. Αλλά ο τίτλος “Ινδικοπλεύστης”, σηματοδοτεί και την ταξιδιωτική ζωή του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη, ελληνικής καταγωγής εμπόρου από την Αλεξάνδρεια της εποχής του Ιουστινιανού, που έκανε πολλά ταξίδια για λόγους εμπορικούς φτάνοντας μέχρι την Ινδία και προς το τέλος της ζωής του έγινε μοναχός στο όρος Σινά και έγραψε στο έργο του “Χριστιανική τοπογραφία” όσα είδε, έμαθε, ή άκουσε στις χώρες που περιηγήθηκε. Έφτιαξε μάλιστα και χάρτες κάποιων περιοχών και παρουσίασε μια θεωρία για τον Κόσμο, σύμφωνα με την οποία η Γη ήταν μια επιμήκης επίπεδη περιοχή, κάτω από τον ουράνιο θόλο, που στα τέσσερα άκρα της ο ουρανός ακουμπά τα δικά του άκρα, σχηματίζοντας έναν κύβο με κυρτή οροφή. Ίσως όμως και το όνομα Κοσμάς -που δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωμένο ότι είναι το πραγματικό- να είχε δοθεί επειδή ακριβώς προσπάθησε να περιγράψει τον Κόσμο, εν μέρει βέβαια ως τέτοιον που πράγματι τον είδε και εν μέρει με τα μάτια -όπως και ο κάθε συγγραφέας- των προσωπικών εμμονών και της φαντασίας του. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Γ. Βέης, καθώς ταξιδεύει, χαρτογραφεί και περιγράφει στα βιβλία του μια διασταύρωση τοπίων και πνεύματος, γεωγραφικών περιοχών και στοχασμού, αυτεπίγνωσης και απροκατάληπτης διερεύνησης της διαφοράς.

Κατά τη διαδρομή του στις χώρες που επισκέφτηκε, ξεκινάει να διηγείται κάποια πραγματικά γεγονότα, τοπικούς μύθους, συνήθειες και πρακτικές, αλλά στο τέλος αποδεικνύεται πώς δεν είναι το πληροφοριακό φορτίο που τον ενδιαφέρει, αλλά η ουσία των τόπων και των τοπίων, των κτισμάτων, των συνηθειών, των προϊόντων τέχνης, η ουσία της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης στα χωροχρονικά της περιβάλλοντα. Η ανακάλυψη του εσωτερικού πολιτισμικού και υπαρκτικού πυρήνα του κάθε τόπου και λαού, αλλά και η δική του αναμέτρηση με αυτόν ως πνευματικού ανθρώπου, που δανείζεται πολλές φορές στις συγκριτικές του θεωρήσεις τα αποστάγματα των διατυπώσεων και των επισημάνσεων της παγκόσμιας -και ευρωπαϊκής ειδικότερα διανόησης- με τα οποία υπομνηματίζει τα σχετικά σημεία των διηγήσεών του. Προσέρχεται στην ανακάλυψη της ετερότητας, φυσικής και ανθρώπινης, με μια διάθεση ερωτική, βλέπει το τοπίο σαν σώμα που επιβάλλεται να κατακτήσει, το κάθε αντικείμενο σαν πομπό ενός διαχρονικού νοήματος ενός ομιλητικού ετέρου, τα ανθρώπινα έργα και τεχνήματα σαν φλύαρα απεικάσματα ιδεών. Ο κόσμος μπορεί να ερμηνευτεί, αν αφεθεί κανείς χωρίς δογματισμούς στο γνόφο του κατ’ αρχήν απρόσιτου άλλου, η δε τέτοιου είδους προσέγγιση και η συνεχής στοχαστική εγρήγορση, τελικά θα χρησιμεύσει να επανατοποθετήσει και ανασυκροτήσει και τον εαυτό του παρατηρητή, να μετασχηματίσει ή και να ισχυροποιήσει τα πιστεύω του, να τον διανοίξει πάντως ως συνείδηση και ως ανθρώπινο ον. Η γραφή τότε -δηλαδή στην αυθεντικότητά της- καθίσταται συμπλήρωμα της φύσης, προέκταση των φύλλων της μπανανιάς ή του κορμού του μπαμπού της αυλής και μπορεί να κοινωνήσει και σε άλλους τη συμπυκνωμένη δική της εποπτεία. Διότι και -κατά την αριστοτελική ερμηνευτική- μολονότι οι γραφόμενες και ομιλούμενες λέξεις δεν είναι ίδιες σε όλες τις γλώσσες, είναι όμως ταυτόσημες οι ψυχικές καταστάσεις τις οποίες εκφράζουν και οι οποίες είναι εικόνες ταυτοσήμων πραγμάτων. Τα νομιζόμενα αντίθετα έτσι απαλύνονται ή συμπτύσσονται, το εφήμερο προσεγγίζει το αιώνιο. Υπό το πρίσμα αυτό, θα περάσουν εμπρός από τα μάτια μας τα ηφαίστεια πχ της Ιάβας, σαν ταραχοποιοί δαίμονες στον κυκλικό χορό των εποχών, η θυσία του παιδιού, μέσα στον κρατήρα του βουνού Μπρόμο, προς κατευνασμό των θεών και προς χάριν της εξακολουθητικής γονιμότητας -σε μια προφανή αντιστοιχία με ευρωπαϊκούς μύθους, της Ιφιγένειας φερ΄ ειπείν- και οι έκτοτε προσφορές φυτικών και ζωικών προϊόντων μέσα στο άνοιγμα, από τα οποία θα επωφεληθούν οι φτωχοί της περιοχής. Η πρακτική της προσευχής δι’ αντιπροσώπων που ομιλούν αραβικά, για τις ψυχές των οικείων των Ινδονήσιων που δεν γνωρίζουν αυτή τη γλώσσα, σε μουσουλμανικά νεκροταφεία της Τζακάρτας, ως εάν ο Θεός δεν γνωρίζει τη γλώσσα της καρδιάς. Η παρείσφρηση ελληνικών λέξεων στην ινδονησιακή γλώσσα, σαν άλλη μια απόδειξη ώσμωσης των λαών. Σκηνές του ινδονησιακού θέατρου συνοδευόμενες από το αρμόδιο κινέζικο δίχορδο όργανο, διαδραματιζόμενες μέσα στο πεδίο των συμβόλων και που αποτελούν μια άλλη -από τον συγγραφέα- ευκαιρία στοχασμών. Επίσκεψη στις σπηλιές του ποταμού Γι στην κεντρική Κίνα, στην Πύλη του Δράκου με το άγαλμα του Βούδα, το οποίο είχαν βανδαλίσει ερυθροφρουροί, λες και καταστρέφοντας την ύλη να μπορούσαν να αλλάξουν και τον τρόπο σκέψης που αυτό αντιπροσώπευε, όπως θα γίνει αργότερα με τους Ταλιμπάν ή τους Τζιχαντιστές του θρησκευτικού φανατισμού. Όμως και εδώ, η διάσωσή του γεννά σκέψεις για την αφθαρσία του πνεύματος. Στην Οσάκα πάλι, οι πέτρες των τάφων με τις χαραγμένες επιγραφές στα νεκροταφεία της, θα υποδείξουν τη λιτότητα του φρονήματος. Στο Νέο Δελχί θα συναντήσουμε μαζί με τον συγγραφέα το στρατό των πιθήκων Χάνουμαν, ή τον ευνούχο που επείγεται να μπει στο κοινοβούλιο, σαν να θέλει να συμπληρώσει αλλιώς αυτό που του λείπει. Στιγμιότυπα ζωής από την πόλη Βουνγκ Τάου του Βιετνάμ, ή η επίσκεψη στην Αρωματική Παγόδα του, θα επιφέρουν και πάλι συγκρίσεις πνευματικής τάξης και την ανάμνηση της πλατωνικής ρήσης στον Τίμαιο περί των ανθρωπίνων όντων, ως φυτών όχι της γης, αλλά του ουρανού. Τέλος, αναφορές σε σταθμούς παντός είδους και σε αεροδρόμια διαφόρων χωρών, από τα οποία έχει διέλθει και τα οποία έχουν το καθένα κάτι να του (και μας) χαρίσουν ως νόημα και ως συνειδησιακή προοπτική, σωστές γέφυρες κοινωνίας με τις βεβαιότητες, αλλά και τις πολυσημίες του βίου. Κατά προσφιλή του μάλιστα συνήθεια, ανάμεσα στα κεφάλαια των διηγήσεων, παρεμβάλλει και ποιήματα δικά του ή άλλων, επειδή θέλει κ α ι με τη γλώσσα της ποίησης , που είναι η πιο συμπυκνωμένη και οραματική, να μιλήσει συμπληρωματικά για τα ζητήματα που πραγματεύεται στο βιβλίο, ή -όταν πρόκειται για τα δικά του ποιήματα- να καταδείξει ίσως την σύμπτωση της θεματολογίας που διατρέχει κατά σημεία τη γραφή του σε οποιαδήποτε εκδοχή της, πεζή ή ποιητική.

Τελικά, με την περιήγηση των τόπων, τη συνεχή στοχαστική αναδίπλωση στον εαυτό και τη δόμηση μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης αλλά πάντως διευρυμένης συνειδητότητας, που η ιδιαίτερη γραφή του Γ. Βέη επιβάλλει, μάλλον στην άκρη των σελίδων, θα ενστερνιστούμε κι εμείς πρόθυμα τη ρήση του Χένρι Μίλερ ότι “ο προορισμός μας δεν είναι ποτέ ένας τόπος, αλλά μάλλον ένας νέος τρόπος για να βλέπουμε τα πράγματα”.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ – ποιήτρια