Μικροί άνθρωποι σε μεγάλες στιγμές. Δύο άνδρες και τρεις γυναίκες. Η μία πεθαμένη από καιρό, ερήμην οιασδήποτε πραγματολογικής και δήθεν αντικειμενικής ιστοριογραφίας, συγκατοικούν μέσα στην πρωτοπρόσωπη γραφή του Γκουανό. Το Γκουανό που είναι λίπασμα και δηλητήριο μαζί, ανεβάζει ακόμη και πάνω και πέρα από το φυσικό κόσμο τη μνήμη σε νοσταλγία και θλίψη, τρυφερότητα κι απόγνωση για ανθρώπους και γενέθλιους τόπους, γνώριμους αλλά παντοτινά χαμένους. Απόγνωση μα και Αγάπη. Τα όποια ιδεολογικο-πολιτικά διακυβεύματα, ενδίδουν διάτρητα σαν έλθουν αντιμέτωπα με μιαν αβάσταχτη ανίχνευση του πάθους ανθρώπινων ψυχών. Η όποια αναψηλάφηση τραυματικών εθνικών αφηγημάτων, ενδίδει κατάστικτη από τις φασματικές παράπλευρες ανθρώπινες απώλειες του πρόσφατου ιστορικού μας παρελθόντος. Στο Γκουανό άλλωστε δεν υπάρχουν νικητές, είναι όλοι τους καρικατούρες. Υπάρχουν μοναχά ηττημένοι και δω, Ιστορία και Μνήμη αντιδιαστέλλονται αφού η πρώτη αναζητεί αλήθεια, ενώ η δεύτερη δομεί ταυτότητα. Η Ιστορία δεν καθηλώνεται ποτέ στην ιερή μνήμη των θυμάτων ή στην επιβολή ηθικών αιτημάτων. Αυτά ανήκουν στο ζωτικό χώρο της λογοτεχνίας κι ως εκπρόσωπος της τελευταίας ο Γκόζης, αναδεικνύεται αριστοτέχνης του μονολογικού κειμένου αφού, και η προσληπτική λειτουργία και η οικονομία καθώς και οι ρυθμοί των μονολόγων του Γκουανό, είναι εξόχως θεατρικοί ως προς το να υπηρετούν τη μνήμη.

Τη σκεφτόμουν συνέχεια. Το σκεφτόμουν συνέχεια. Το σκεφτόμουν σε κάθε κούτσουρο
που έκοβα. Σε κάθε ξυλοκάρβουνο που έβγαζα από το καμίνι. Και το πήρα απόφαση
καλή. Αποφάσισα να την κλέψω. Το είπα και της μάνας μου τότε. Καθόταν στο σκαμνί
της και μου ‘πλεκε τσουράπια. Μόλις τ’ άκουσε, έπιασε το κεφάλι και με τα δυο της χέρια.
Ύστερα τα κατέβασε και τα δυο στα γόνατα. Κούνησε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά
μερικές φορές. Έτσι αντιδρούν οι δικές μας. Έπειτα με σταύρωσε και με φίλησε. Κι όλα
αυτά δίχως μιλιά. Μετά μου έδωσε την ευχή της. Αυτές είναι οι γυναίκες μας. Λιγόλογες.
Όχι σαν κι εμάς που με μισή οκά κρασί κελαηδάμε σαν τις καρδερίνες. (Γκουανό, σ.30)

Ο τουρισμός της μνήμης, δηλαδή η εμπορευματοποίηση της μνήμης, είναι σε μεγάλο βαθμό γεγονός στις μέρες μας κι αυτό όχι χάρη στη λογοτεχνία, αλλά, χάρη στα ΜΜΕ, τη μικρή αλλά ακμάζουσα βιομηχανία των τοπικών μουσείων και ερευνητικών κέντρων και την πολιτιστική βιομηχανία εν γένει. Η επέλαση της μεταμοντερνικής κατάστασης καθώς και της πολυπολιτισμικής συνθήκης, καθιστούν πλέον αυτόν που υπήρξε κάποτε γνήσιος ήρωας τώρα θύμα, το πάλαι ποτέ Έθνος-Κράτος, παρωχημένο ιδεολόγημα και τέλος, τα γεγονότα περιφερειακού χαρακτήρα πλέον ανάγονται σε πανανθρώπινα σύμβολα.* Στο Γκουανό, εξιστορούνται με εξαιρετική μαεστρία, δομημένα ως σπονδυλωτή νουβέλα, τα πρόσφατα οδυνηρά πεπραγμένα του 20ου αιώνα στον Ελλαδικό χώρο, από τη Μικρασία ως την Αντιπαροχή. Εξιστορούνται όμως, από απλούς λαϊκούς ανθρώπους – της διπλανής πόρτας θα λέγαμε, – γνήσια τέκνα της εποχής τους όπως είμαστε άλλωστε και μεις γνήσια τέκνα της δικής μας, εξαιρετικά δύσοσμης Γκουανό εποχής. Η γλαφυρότητα της εξιστόρησης χτίζει πέτρα – την πυρπολημένη πέτρα, σπάραγμα το σπάραγμα την ταυτότητα των ηρώων – θυμάτων της και είναι σαν πορεία στην ύπαιθρο χώρα. Απ την Καισάρεια και την Ανατολική Θράκη στη Θεσσαλία, εκεί στην Ελασσόνα και μετά, στη Δυτική Μακεδονία, περνά, ακόμη συνεχίζει να περνά, μέρα – νύχτα όπως περνούν και τα κορμιά των ανθρώπων με μοναδικές αποσκευές τη μνήμη των παθών και τη νοσταλγία μιας «άλλης» ζωής, της ζωής που δεν έζησαν ποτέ.

Όπως λέει ο ποιητής, «Περνάει το σώμα και τίποτα δε μπορεί να το αντικαταστήσει. Μην ακούτε τι σας λένε: Δεν υπάρχει παρηγοριά για το σώμα που περνάει και φεύγει.»**

Ο Γκόζης σκηνοθετεί εντέχνως την εξομολόγηση του σώματος το οποίο περνάει και φεύγει και το κάνει παραδόξως – το τονίζουμε αυτό – με τρόπο τόσο ανάλαφρο ώστε να απευθύνεται σε μας σα να είμαστε γνώριμα πρόσωπά του, σα να είμαστε εμείς ο φίλος ή ο συγγενής ακροατής.

Η Μνημοσύνη, είπαν οι Έλληνες, είναι η μητέρα των Μουσών. Το ανθρώπινο δράμα, ο κυνισμός, τ’ αδιέξοδα και η φρίκη είναι οι μαμμές της Ιστορίας. Όλοι εμείς, περνάμε και φεύγουμε σφυρίζοντας στο σκοτάδι για να ξορκίσουμε το φόβο και το τραύμα. Άλλωστε, μόνον η τέχνη δύναται να καταστεί μοναδική σωτηρία όλων μας από τη φρίκη της ύπαρξης. Γκουανό.

Ως επίλογος, μια ελάχιστη παράθεση κάποιου ασήμαντου, επίσης απλού λαϊκού ανθρώπου, ενός ανανήψαντος μέλους των Ερυθρών Χμερ, με το όνομα ΧΟΥΝ ΣΕΝ:

«Να σκάψουμε μια τρύπα και να θάψουμε το παρελθόν.»


* Για μια λεπτομερή χαρτογράφηση της σύνθετης σχέσης της ακαδημαϊκής με τη δημόσια ιστορία, την εθνική ιδεολογία και τις πολιτικές ταυτότητας των θυματοποιημένων ομάδων, βλέπε «Το Τραύμα και οι Πολιτικές της Μνήμης» των Γ. Κόκκινου, Ε. Λεμονίδου, Βλ. Αγτζίδη, ΤΞΙΔΕΥΤΗΣ, 2010.
** Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ «Τα Σύνεργα», Περιοδικό ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ τ.101, 1997-98.