Ἀποφράδες

Κοιμήθηκα·
τὴν ὥρα ποὺ κοιμόμουν,
ἐρείπια ἁπλώθηκαν τριγύρω μου καὶ μ ̓ ἔκλεισαν.
Μὰ ὁ δρόμος ὅπου ξάπλωσα ἤτανε ἀνοιχτός,
τὰ δέντρα του δὲν ἔκρυβαν τίποτα.
Ξυπνοῦσα καὶ προσπαθοῦσα νὰ σηκωθῶ.
Τὸ στῆθος μου πλακώθηκε ἀπ ̓ τὰ βιβλία,
ποὺ τώρα εἶχαν γίνει ὅλα ἕνα· ἕνα μεγάλο ποίημα,
ὅπως τὸ σχῆμα μιᾶς σκιᾶς ποὺ μεγαλώνει
χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνω.
Μονάχα ψηλαφώντας ξεχωρίζω τὶς γραμμὲς
ποὺ δείχνουν ὅτι ἀπὸ ἐδῶ περάσαν ὅλοι·
ὅμως πρὸς τὰ ποῦ πηγαῖναν; ποῦ σταματοῦσαν γιὰ νὰ πιοῦν νερό;
ἀπὸ ποῦ ἀκούγονταν οἱ φωνὲς ποὺ ἀκολουθοῦσαν;
Ἀνάμεσα σ ̓ αὐτὲς τὶς πέτρες εἴχανε τὰ σπίτια τους·
ὅταν ἐπιστρέψουν, θὰ εἶμαι ἀκόμη ἐδῶ πέρα;


[Από τη συλλογή Επιστροφή, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2015]