Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Η αφροαμερικανή ποιήτρια Φράνσις Χάρπερ (Frances Ellen Watkins Harper, 1825-1911), ξεχωρίζει και βρίσκεται ανάμεσα στους πιο γνωστούς αφροαμερικανούς ποιητές. Γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη το 1825, και ήταν το μόνο παιδί των ελεύθερων αφροαμερικανικών γονιών της. Βρισκόταν μόλις στα είκοσί της χρόνια, όταν δημοσίευσε την ποιητική της συλλογή, αλλά συνέχισε να γράφει ποίηση, δοκίμια, διηγήματα και μυθιστορήματα σε όλη τη ζωή της. Ασχολήθηκε επισταμένως με θέματα εκπαίδευσης, φεμινισμού και πολιτικών δικαιωμάτων. Βοήθησε σκλάβους να ξεφύγουν μέσα από το γνωστό δίκτυο απόδρασης των μαύρων από τη σκλαβιά εκείνη την εποχή (Underground Railroad), κυρίως το 1851, και έγραψε συχνά σε εφημερίδες οι οποίες καταφέρονταν εναντίον της δουλείας, κερδίζοντας την φήμη της ‘μητέρας της αφροαμερικανικής δημοσιογραφίας’. Το 1853, ευθυγραμμίστηκε με την Αμερικανική Εταιρεία Εναντίον της Δουλείας (American Anti-Slavery Society), και μιλούσε δημόσια για τα θέματα της κατάργησής της, μεταξύ πολλών άλλων φυσικά. Την επόμενη χρονιά έγραψε το ποίημα ‘Η σκλάβα μάνα’ (The slave mother), ενώ δεκαετίες αργότερα, συνέβαλε στη δημιουργία της Εθνικής Ένωσης των Εγχρώμων Γυναικών (National Association of Colored Women).

Η σκλάβα μάνα (The slave mother)

Ακούσατε εκείνη τη διαπεραστική κραυγή; Σηκώθηκε
Τόσο άγρια στον αέρα,
Φαινόταν σαν μια βαριά καρδιά
Που ξέσπαζε σε απόγνωση.

Είδατε εκείνα τα χέρια πόσο λυπημένα έσφιγγαν
Το σκυφτό κι αδύναμο κεφάλι
Το ανατρίχιασμα της εύθραυστης μορφής
Εκείνο το βλέμμα της θλίψης και του φόβου;

Είδατε το πικραμένο μάτι που εκλιπαρούσε;
Η κάθε του ματιά ήταν πόνος,
Σαν μια θύελλα αγωνίας
Να σάρωνε το μυαλό του.

Είναι μια μάνα χλωμή από φόβο,
Το αγόρι της κολλάει στο πλευρό της,
Και στο φόρεμά της προσπαθεί μάταια
Τη μορφή του τρόμου του να κρύψει.

Δεν είναι δικός της, παρόλο που τράβηξε
Γι’ αυτόν τους πόνους της μάνας
Δεν είναι δικός της, παρόλο που το αίμα της
Κυλάει στις φλέβες του!

Δεν είναι δικός της, αφού άσπλαχνα χέρια
Μπορεί να τους χωρίσουν βάναυσα
Το μόνο στεφάνι της οικογενειακής αγάπης
Εκείνο τη δένει με τη ραγισμένη καρδιά της.

Η αγάπη του ήταν χαρούμενο φως
Που πάνω απ’ το δρόμο της χαμογελούσε
Μια ορμητική ροή σιντριβανιού πάντα καινούργιου,
Μέσα στην άγρια έρημο της ζωής.

Κι η πιο ασήμαντη λέξη του ήταν ένας τόνος
Μουσικής γύρω απ’ την καρδιά της,
Οι ζωές τους σε ένα ποτάμι ενωμένες
Ω, Πατέρα! Πρέπει να χωρίσουν;

Τον τραβάν με δύναμη απ’ τα σφιχτά της χέρια,
Την τελευταία και τρυφερή αγκαλιά της.
Ω! ποτέ περισσότερο δεν μπορούν τα λυπημένα μάτια της
Να κοιτάξουν προς το λυπημένο του πρόσωπο.

Κανένα θαύμα, ύστερα, αυτές οι πικρές κραυγές
Ταράζουν τον ήχο του αέρα:
Είναι μια μάνα, και η καρδιά της
Σπάει με απόγνωση.

Αυτό που βρίσκουμε αρκετά ενδιαφέρον εδώ, είναι τα σύμβολα της ποιήτριας. Περιγράφει όμορφα τη σχέση μεταξύ της σκλάβας μάνας και του παιδιού της, και δημιουργεί μια αλληγορία για τη μητρότητα, τη γονιμότητα και κατ’ επέκταση τον φεμινισμό. Κατ’ αρχάς, τον αποκαλεί ‘το μόνο στεφάνι της οικογενειακής αγάπης’, που υπενθυμίζει την κυκλική φύση της γυναικείας αναπαραγωγής και, ακόμη περισσότερο και ειδικά για τις γυναίκες, την καμπύλη κοιλιά της εγκύου. Εδώ, το παιδί της μάνας σκλάβας αντιπροσωπεύει τους πόνους της σκληρής εργασίας και γιορτάζει τη γυναικεία της φύση, τη μητρότητα και την αφροαμερικάνικη καταγωγή. Συγκρίνει την αγάπη μεταξύ μητέρας και γιου, σαν ‘μια ορμητική ροή σιντριβανιού πάντα καινούργιου, μέσα στην άγρια έρημο της ζωής’. Οι αντιφατικές εικόνες του νερού που ρέει στην άγονη έρημο, στρέφει τη γονιμότητα κατά της στειρότητας, τη ζωή ενάντια στο θάνατο. Προς το τέλος του ποιήματος ακούγεται η κραυγή ‘Πατέρα’, με ότι αυτό υπαινίσσεται, ίσως απευθύνεται στο Θεό, ίσως και στο τρίτο τμήμα αυτής της οικογένειας που απουσιάζει προκλητικά, τον πατέρα του παιδιού δηλαδή, αφού είναι εμφανές ότι και εδώ η μητέρα είναι εκείνη που φέρει το μεγαλύτερο βάρος. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι η Χάρπερ φέρνει στο προσκήνιο τη μακρινή και σκοτεινή αίσθηση του απόντος πατέρα, τόσο του βιολογικού, όσο και του ουράνιου. Οι προσπάθειες της μητέρας να προστατεύσει το αγόρι αποτυγχάνουν, κι έτσι ο κύκλος που τους συνδέει τελικά σπάζει και τερματίζεται. Σε αυτό το ποίημα, η ποιήτρια χρωματίζει τη δουλεία ως εχθρό όλων αυτών των μητέρων, αφού αφαιρεί τα δικαιώματά τους για τη γυναικεία φύση και τη μητρότητα.
Το ποίημα ‘The Slave Mother’ δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα ‘Ποιήματα για Διάφορα Θέματα’ (Poems on Miscellaneous Subjects, 1854).