Είπαν ότι η Δημητρούλα του Κώτσο Γκιώκα περδικλώθηκε, γκρεμίστηκε από τη σκάλα και τσάκισε το λαιμό της. Οι μελανιές που είχε στα μπράτσα η νεκρή ήταν από άλλες φορές, που ’χε χτυπήσει κάνοντας δουλειές στο σπίτι ή στον κήπο. Το κόψιμο στο ζερβό της χέρι ήταν από μια κακά ζυγιασμένη κίνηση που έκανε με τα μαχαίρι, όταν πήγε να κόψει το λαιμό μιας κότας. Ήταν αδέξιος άνθρωπος η Δημητρούλα, πάντα κάτι θα πάθαινε, ειδικά άμα γυρνούσε ο Κώτσος λιάδα στο σπίτι.

Ο Κώτσος έμεινε μονάχος ύστερα. Στο καφενείο όλο παραπονιόταν.

«Σιγά μην έρθει τ’ αρχίδι ο γιος μου στο χωριό. Εδώ δεν μου τηλεφωνάει. Με το ζόρι ήρθε στην κηδεία της μάνας του».

Το σπίτι του Κώτσου ήταν λίγο παραέξω από το χωριό. Μετά που πέθανε η Δημητρούλα, ο κήπος, φροντισμένος πρωτύτερα, ρήμαξε. Το σπίτι βρόμισε· άρχισε ο σουβάς να πέφτει. Όπως καμιά φορά η ψυχή βγαίνει ως το δέρμα, που από τη στεναχώρια του ανθρώπου πληγιάζει, έτσι έσκαζαν τα ντουβάρια, σάμπως να θλίβονταν που δεν υπήρχε πια χέρι να τα πλύνει, να τ’ ασπρίσει. Και μέσα το σπίτι ήταν ακόμα πιο αχούρι απ’ ό,τι έξω.

Τις κότες τις έσφαξε όλες – πού να τις φροντίζει. Κράτησε μονάχα μια σκύλα την Κανέλω, αυτή δεν θα την ξεφορτωνόταν, την είχε για το κυνήγι. Την κρατούσε πίσω από το σπίτι δεμένη μ’ ένα μακρύ σχοινί. Έτσι δεμένη κατούραγε και κόπριζε· δεμένη έτρωγε και κοιμόταν μέσα σ’ ένα κασόνι που της είχε. Την έλυνε μονάχα στο βουνό όταν πήγαινε για κυνήγι, και κάθε φορά η σκύλα του απόδειχνε την αξιοσύνη της κι ανταμειβόταν έπειτα με τρία μέτρα ελευθερία, όσο ήταν το σχοινί της.

Ένα πρωί ο Τάκη Δέρμος, που έμενε σ’ ένα κοντινό σπίτι με τη σύζυγό του τη Λένη του Γιώργο Μπίλλη και με τα τρία τους παιδιά, πήγε και τον βρήκε. Δύο αντίρροπες δυνάμεις μάχονταν μες στον Τάκη. Από τη μια θυμός κι από την άλλη δισταγμός, ίσως και λίγος φόβος, γιατί ο Κώτσος δεν ήταν άνθρωπος να έχεις μαζί του νταραβέρια.

«Κώτσο, ο σκύλος σου μου σκότωσε τρεις κότες», του είπε.

«Τι μαλακίες λες, ρε Τάκη; Το σκύλο τον έχω δεμένο πίσω».

«Τον είδα, σου λέω».

«Πάμε να δεις».

Στέκονταν στην είσοδο, και τώρα διέσχισαν την κουζίνα, που βρομούσε μέσα σαν στόμα με σαπισμένα δόντια, και βγήκαν από την πίσω πόρτα.

«Εκείγια τον έχω. Δες, για να μην έρχεσαι άλλη φορά να μου λες μαλακίες».

«Πού ’ν’ τος, ρε Κώτσο;»

Το σχοινί της Κανέλως ήταν φαγωμένο.

«Μάσησε το σχοινί ο διάολος! Γαμώ το κέρατο – τη μαλακισμένη τη σκύλα!» – κι έπειτα γύρισε αγριεμένος προς τον Τάκη, σάμπως εκείνου το σκυλί να είχε φάει τις δικές του κότες: «Φεύγα, Τάκη, μη σε πάρει ο διάολος. Που θα ’ρθεις να με κατηγορήσεις, κερατά!»

Δεν θα ’βγαζε άκρη με τον Κώτσο Γκιώκα, το ήξερε, και ούτε θα καθόταν ν’ αρπαχτεί μαζί του. Έφυγε μπουρινιασμένος κι έλεγε ότι μπορεί να πήγαινε στην αστυνομία, αλλά τελικά δεν πήγε. Με καθάρματα σαν τον Κώτσο, πήγαινες για μαλλί κι έβγαινες κουρεμένος. Άμα γύρευες το δίκιο σου, στο τέλος θα έβρισκες τον μπελά σου αποπάνω.

Έπειτα ο Κώτσο Γκιώκας περίμενε πότε θα γυρνούσε η Κανέλω. Τι θα ’κανε ο κοπρίτης; Θα αλώνιζε και τελικά θα ερχόταν. Πού αλλού είχε να πάει; Το απομεσήμερο η σκύλα πράγματι γύρισε με την ουρά στα σκέλια. Είχε κόψει το σχοινί της και το ’χε σκάσει, έτσι τώρα περίμενε την τιμωρία της. Δεν ήταν ούτε πέντε ούτε δέκα οι φορές που την είχε βαρέσει ο Κώτσος. Με κλοτσιές, κάποτε και μ’ ένα ξύλο. Ο φόβος της τιμωρίας, μα και η σίγουρη επιβολή της, ήταν πράγματα χαραγμένα βαθιά στο μυαλό του ζώου.

Μαζεμένη, περίμενε την πρώτη κλοτσιά, μα ο Κώτσος πήρε απλώς το όπλο και της σφύριξε να έρθει. Η σκύλα τα ’χασε. Αντί να την τιμωρήσει θα την αντάμειβε κιόλας. Για την ελευθερία που είχε κλέψει μασώντας το σχοινί, θα της χάριζε κι άλλη ελευθερία, «νόμιμη», παίρνοντάς την στο βουνό.

Ανέβηκαν ψηλά, με τη σκύλα να ξαμολιέται στις πλαγιές μυρίζοντας παντού, ώσπου άκουσε το αφεντικό της να σφυρίζει και να τη φωνάζει. Έτρεξε προς το μέρος του. Όταν είχε ζυγώσει στα πέντε μέτρα, κείνος την πυροβόλησε στο κεφάλι· τη σώριασε μες στα αίματα και κατηφόρισε προς το χωριό.

Τη νύχτα μες στον ύπνο του άκουσε έναν σιγανό ήχο. Στην αρχή νόμισε ότι ένα κλαρί σερνόταν πάνω στα κλειστά παντζούρια. Αλλά ύστερα κατάλαβε ότι ο ήχος ερχόταν από την πόρτα, ξύπνησε για τα καλά και σηκώθηκε. Ήταν λες και νύχια γρατζουνούσαν σιγά το ξύλο. Άνοιξε κι είδε την Κανέλω. Το κεφάλι της ήταν ένα ματωμένο πράμα. Είχε σωριαστεί στο κατώφλι κι έξυνε με το πόδι για να της ανοίξει.

Όταν άνοιξε κι έμεινε να την κοιτάζει, η σκύλα σούρθηκε λίγο λίγο μέσα. Δεν την εμπόδισε· μονάχα έκλεισε την πόρτα και πήγε και ξάπλωσε ξανά. Το πρωί τη βρήκε ζωντανή. Είχε τυφλωθεί κι από τα δύο μάτια, και η πληγή θα κακοφόρμιζε άμα δεν τη φρόντιζε. Πήγε στον κτηνίατρο, του ’πε ότι ’χε ένα πληγωμένο ζώο και πήρε ό,τι φάρμακα κι ενέσεις χρειάζονταν. Περιποιήθηκε την πληγή, την έδεσε, και τις επόμενες μέρες και βδομάδες φρόντισε το ζώο, ώσπου τελικά ανέλαβε σιγά σιγά. Μόνο που δεν ξαναβρήκε την όρασή του.

Κράτησε την Κανέλω μες στο σπίτι και την τάιζε από το φαΐ του. Όποτε το ζώο έκανε την ανάγκη του, έπειτα ο Κώτσο Γκιώκας μάζευε τις ακαθαρσίες και σφουγγάριζε με τη μάπα. Πέρασαν χρόνια έτσι.

Ένα βράδυ στο καφενείο έπινε χωρίς σταματημό. Ο Νάσος ο καφετζής είπε να τον συμβουλέψει να μην πιει άλλο, μα έπειτα συνέχισε να του πηγαίνει τα καραφάκια, λιγότερο από φιλοχρηματία και περισσότερο γιατί ’ξερε ότι δεν είχε νόημα, και μήτε ήταν φρόνιμο, να του το αρνηθεί. Ούτε που ήξεραν πώς έφτασε έπειτα μέχρι το σπίτι. Την άλλη μέρα δεν φάνηκε στο χωριό. Δεν αναρωτήθηκαν – συχνά έκανε μέρες να φανεί. Όταν πέρασε όμως μία βδομάδα, απόρησαν. Τελικά αποφάσισαν να πάνε δυο τρεις να δουν τι έτρεχε. Του χτύπησαν την πόρτα και δεν πήραν απάντηση. Ήταν ξεκλείδωτη, έτσι μπήκαν. Μέσα στο σπίτι η δυσωδία ήταν τρομερή. Τον βρήκαν νεκρό στην κάμαρή του – όχι ξαπλωμένο στο κρεβάτι, μα σωριασμένο στο πάτωμα. Η τυφλή σκύλα ήταν μαζεμένη πλάι του, νεκρή κι αυτή. Είχαν δει το ταψάκι με το φαΐ της και τη λίμπα με το νερό της όταν μπήκαν. Το φαΐ ήταν αφάγωτο και το νερό ήταν άπιωτο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Χρήστος Πέππας.]