Ψάχνοντας και ερευνώντας τας γραφάς –και ο ζητών και ερευνών ευρίσκει– ο φίλος, και με τα λογοτεχνικά ενασχολούμενος, Βάσος Βόμβας, που κρατάει στα χέρια του αξιόλογο υλικό της πατρίδας του της Λέσβου, είναι επαρκής αναγνώστης και στα μέτρα του, ιστοριοδίφης της λογοτεχνίας του νησιού του και όχι μόνο, μου έδωσε την ακόλουθη πληροφορία, την οποία άγρευσε στα Νεοελληνικά Γράμματα (Περ. Β, αριθμ.144, 2 Σεπτ. 1939, σελ.14) και είναι η ακόλουθη:

Αγαπητέ μου Φωτιάδη,

Περίμενα κάποιος από κει πιο κοντινός από μένα, να πει τη γνώμη του, αν είναι τόντις πρόδρομος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα o Ντόρος Ντορής, όπως νομίζει, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του περιοδικού σου (φυλ. 141, σελ.13). Πρόκειται, χωρίς άλλο, για σύγχυση που την προκάλεσε μια κάποια τυχαία ομοιότητα ανάμεσα σε δυο διαφορετικά ονόματα. Ο Ντόρος Ντορής, ο πατριώτης μου λογοτέχνης κι εκπαιδευτικός, Θεόδωρος Θεοδωρίδης, με τη μικρή διηγηματική συλλογή του «Απ’ το ημερολόγιο ενός τρελλού δασκάλου», που είδε το φως στην Αθήνα στα 1930, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να δίνει μερικές παράξενες και τρομαχτικές ιστορίες μ’ ένα φραστικό τρόπο εξαίσια λογοτεχνικό, μα πάντα μέσα στα όρια της κοινής καθιερωμένης σκέψης και φράσης. Το έργο του δεν έχει τίποτε από κείνα που κάνουν ένα συγγραφέα να λέγεται υπερρεαλιστής. Τέτοιος, πρώτος στη χρονολογική σειρά, είναι ο Θεόδωρος Ντόρρος με την ποιητική συλλογή του «Στου γλυτωμού το χάζι», που βγήκε στο Παρίσι στα 1931. Σ’ αυτόν ανήκει ο τίτλος της τιμής, της μεγάλης τιμής, αφού πρώτος αυτός έδωσε το σύνθημα για τη δημιουργία, και σε μας εδώ, μιας νέας τέχνης, περισσότερο αληθινής και περισσότερο ανθρώπινης. Και τα θέματα και τα νοήματά του και ο τρόπος που μας φανερώνει τους στοχασμούς του, τον κάνουνε να μη μοιάζει καθόλου με τους προκατόχους του. Καινούργιος αυτός σ’ όλα του. Καινοτόμος παντού. Τα τραγούδια του, όταν κυκλοφόρησαν, τα υποδέχτηκαν στον τόπο μας πολλά ειρωνικά χαμόγελα, τα ξεχώρισε όμως από τότες, ο στοχαστικός ερευνητής της νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας, αφοσιωμένος φίλος του έθνους του ελληνικού, ο Ανδρέας Μιραμπέλ, σε μια φωτεινή του μελέτη, ελληνικά γραμμένη, με τον τίτλο «Η εξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας από το τέλος του ΙΘ΄ αιώνα κ’ οι σημερινές τάσεις». Εκεί μέσα ο σοφός ξένος, μιλώντας για τόσους άλλους, σταματά στον πρωτοφανέρωτο ποιητή μας και τον ξεχωρίζει με λίγα λόγια, μα πολύ χαρακτηριστικά. «Να σημειωθεί, λέει κ’ η προσπάθεια ενός νέου, του Θ. Ντόρρου, που το έργο του τείνει προς την ανακάλυψη του αληθινού μας “εγώ”» (εφ. Δημοκρατία, 23-10-1932).

Από την Πέτρα της Μυτιλήνης
24-8-1939
Με φιλικά χαιρετίσματα
Κ.Μ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Θεόδωρος Ντόρρος λοιπόν, ο πρόδρομος του υπερρεαλισμού στην πατρίδα μας και όχι ο Ντόρος Ντορής. «Κι ας ειπωθεί εδώ, έτσι για την ιστορία, πως το έργο αυτό δεν κυκλοφόρησε βιβλιοπωλιακά, παρά τόστελνε χάρισμα ο ποιητής σ’ όποιους του το ζητούσαν», λέει ο Βόμβας. Και ποιος ήταν ο Κίμων Μιχαηλίδης; Από τις πληροφορίες του Βόμβα, παραθέτω τα εξής: «Ο Κίμων Μιχαηλίδης γεννήθηκε στην Πέτρα της Λέσβου το 1905 και πέθανε στην Αθήνα το 1952. Ήταν φιλόλογος και υποστήριξε τον δημοτικισμό. Απότοκη της φιλολογικής του ιδιότητας ήταν και η ενασχόλησή του με την έρευνα γύρω από τη ζωή και το έργο των συμπατριωτών του Αργύρη Εφταλιώτη και του Δημητρίου Βερναρδάκη. Συνεργάστηκε με τη Νέα Εστία και άλλα φιλολογικά περιοδικά. Έργα του: Βιογραφία Εφταλιώτη, Ο Βερναρδάκης και το γλωσσικό, Συμπλήρωμα στην Αιολική Βιβλιογραφία, Ποιητής Πάσχων κ.ά. Άφησε ανέκδοτη κριτική εργασία για τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Αργύρη Εφταλιώτη». Άρα η πηγή είναι αξιόπιστη.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Για να επανέλθουμε στον Ντόρρο και στον Ντορή, η σημασία, όπως φαίνεται από το κείμενο του Μιχαηλίδη στα Ελληνικά Γράμματα, δεν είναι πλέον «αν είναι τόντις πρόδρομος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα o Ντόρος Ντορής, όπως νομίζει», αλλά η αιτία που ξεχάστηκε. Για τον Ντόρο Ντορή (Θεόδωρο Θεοδωρίδη) που ήταν Μυτιληνιός εκπαιδευτικός, έχει γράψει εκτενώς ο Κώστας Μίσσιος, ο «διάδοχος» του Βαλέτα, όσον αφορά τα λεσβιακά Γράμματα. Και ας πούμε ότι ο Ντορής (Θεοδωρίδης) δεν έγραψε «υπερρεαλιστικά», ωστόσο, δεν έγραψε μόνο μια «μικρή διηγηματική συλλογή» αλλά πολλά και ποικίλα, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Εντάξει δεν είναι ο πρώτος «υπερρεαλιστής» αλλά ανήκει στη Λεσβιακή Άνοιξη, και παρ’ όλα αυτά θάφτηκε και ξεχάστηκε.

Ο Μίσσιος μας παραδίδει πλούσιο υλικό, άπειρες πληροφορίες σχετικά με την έρευνα που έκανε, σκαλίζοντας αρχεία για να βρει στοιχεία για τον λησμονημένο λογοτέχνη. Χρονοβόρα ενασχόληση, αλλά με πείσμα και μ’ επιμονή πάνω στο ποιος ήταν ο Ντορής (Θεοδωρίδης), για τον οποίο δεν υπάρχει τίποτα, λες και η βάσκανος μοίρα θέλησε με τόσα γραπτά και αναφορές σε έργα άλλων, να τον εξαφανίσει ακόμα και από την «φιλικότερη βιβλιοθήκη της Αθήνας» τον τόμο 1920, από τον οποίο λείπει ακριβώς η σελίδα που αναφέρεται σ’ αυτόν. Η σελίδα ήταν κομμένη με ξυραφάκι. Η εξαφάνιση χρήζει ενός Σέρλοκ Χολμς. Και τέτοιον θα τον αναδείξει το ερευνητικό του ενδιαφέρον.

Στα ψήγματα που έχει στα χέρια του ο Μίσσιος είναι και ένα διήγημά του έγινε δεκτό από τον Ξενόπουλο, δημοσιεύτηκε στην Νέα Εστία και βραβεύτηκε. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου, από δικαστικά έγγραφα πλέον –είχε εμπλακεί σε μια δικαστική υπόθεση, για την οποία και αθωώθηκε– μαθαίνουμε επιτέλους ότι γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1882 ή 1881, καταγόταν από τη Βατούσα της Λέσβου, υπηρέτησε ως δάσκαλος μέχρι το 1908 (;), εξέδωσε βιβλία μέχρι το 1938 και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του. Ωστόσο, έγραψε ποίηση, τα «Τραγούδια του Παρανθρώπου», το πεζό «Δον Κιχώτης δάσκαλος» και άλλα δημοσιευμένα σε περιοδικά της Αθήνας αλλά και της Λέσβου. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Λεσβιακού Διδασκαλικού Συνδέσμου, προασπίστηκε τη δημοτική γλώσσα, εξέδιδε εφημερίδα και το σατιρικό έντυπο Μυτιληνιός, μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και την άρση της απαγόρευσης έκδοσης εντύπων, το οποίο με μικρές διακοπές κυκλοφόρησε μέχρι το 1926. Άσκησε δημοσιογραφία με τα ψευδώνυμα Ντόρος Ντορής και Δώρος Άδωρος. Τύπωσε την παιδαγωγική μελέτη «Θεμέλια ελληνικής παιδαγωγικής» το 1927 και αρκετά σχολικά βιβλία. Ο Μυτιληνιός δημοσιογράφος Μανώλης Βάλλης τον ονόμασε «Λέσβιο Βέρδη» (Βέρντι) και «Λέσβιο Σοπενχάουερ». Ο δε Μυριβήλης τον χαρακτήρισε «ιδεόληπτον μέχρι μονομανίας, μουσόληπτον μέχρι φανατισμού και δυστυχισμένον, πολύ δυστυχισμένον μέχρις οίκτου». Παιδαγωγό «εφάμιλλο του Δελμούζου και του Κουντουρά» τον χαρακτήρισε συνεργάτης του Νουμά, ενώ ο Γιώργος Βαλέτας τον συνυπολογίζει ανάμεσα στους εκλεκτούς της Λεσβιακής Άνοιξης, τον χαρακτηρίζει «πολυθόρυβο», «πολυδύναμο», «δαιμόνιο βάρδο της Βατούσας», «λυρικό ποιητή» «δυνατό ταλέντο», «έντονη προσωπικότητα» (Αιολικά Γράμματα, 97-98, 1987). Από το νησί έφυγε το 1926. «Ήταν μία από τις συναρπαστικότερες (και τραγικότερες) μορφές της Μυτιλήνης» γράφει ο Μίσσιος. Πέθανε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, άγνωστο πότε. Ο Θανάσης Κωσταβάρας του αφιερώνει ποίημα με τίτλο «Ένα ξερό δαφνόφυλλο για τους αγνοούμενους και τους αγνοημένους» και το αφιερώνει στον Κώστα Μίσσιο, για τις έρευνες που ο άξιος ερευνητής έκανε για να αναστήσει τον σημαντικό λησμονημένο Ντορή. Βεβαίως υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι μνημονεύουν τον Ντορή συγχέοντάς τον με τον Ντόρρο, όπως ο Σκαρίμπας (σκοπίμως ή εκ λάθους;), όπως λέει ο Αλέξης Ζήρας, έχοντας υπόψη του βέβαια και την επιστολή του ποιητή Σωτήρη Σαράκη, ο οποίος μιλάει για τη φανταστική συνάντηση του Σκαρίμπα με τον Ντόρρο και τον Ντορή (Μικροφιλολογικά, τ.χ. 19, 2006).

Και πάμε τώρα στον Ντόρρο. Ο Βόμβας δίνει τη δική του διττή ερμηνεία: «Προφανώς ο Ντόρρος θάφτηκε, από τους μετέπειτα μελετητές του υπερρεαλισμού, είτε εσκεμμένως είτε και από άγνοια ενδεχομένως. Σε κάθε περίπτωση όμως θάφτηκε κυριολεκτικά κι έτσι τα πρωτεία τα παίρνει αναγκαστικά ο Εμπειρίκος. Είναι περίεργο όμως, ότι ο Μιχαηλίδης γράφει γι’ αυτόν το 1939, όταν πια το κίνημα έχει επικρατήσει, πράγμα που σημαίνει ότι κάτι θα ήξεραν οι της εποχής κριτικοί αλλά και οι υπερρεαλιστές ποιητές».

Για να είμαστε όμως δίκαιοι, ο Θεόδωρος Ντόρρος μνημονεύεται από τους γραμματολόγους και ο Ελύτης τον αναφέρει στους μοντέρνους μαζί με τον Καίσαρα Εμμανουήλ, Νικήτα Ράντο και Γιώργο Σεφέρη (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 249).

Ανακεφαλαιώνουμε και πάμε παρακάτω: ο Θεόδωρος Ντόρρος είναι ο πρώτος υπερρεαλιστής, αλλά εμφανίζεται ως πρώτος ο Εμπειρίκος. Πάμε ακόμα πιο κάτω. Υπάρχει κι ένας ακόμα υπερρεαλιστής, Μυτιληνιός, ο Γιάννης Αλύτης- Βόμβας (Γιάννης Αλύτης, Ποιήματα, 1937-1977, εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2007), πατέρας του προαναφερθέντος Βάσου Βόμβα, ο οποίος γράφει υπερρεαλιστικά, και όχι μόνο, ποιήματα που σε πολλά μοιάζει με τον μεγάλο συμπατριώτη του Οδυσσέα Ελύτη, με του οποίου το επώνυμο φρόντισε να μοιάζει αλλά και να διαφέρει, παρακωμωδώντας εαυτόν με το «Αλύτης». Γιατί ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας φρόντισε το δικό του «Αλύτης» να μοιάζει και να διαφέρει με τον παρ’ ολίγον συν-ψευδεπώνυμο μεγάλο ποιητή μας, τον οποίον θαυμάζει, αλλά ο ίδιος θέλει να κρατήσει την απόσταση από τον Ελύτη και να ακούγεται «αλήτης», περιπλανώμενος στις ιδέες και στα βιβλία, αλλά και «α-λύτης» που κρατά το αίνιγμα της ζωής άλυτο. Επ’ αυτού είχα γράψει σχετικά:

«Ο Αλύτης, όπως ο Καρυωτάκης έγραψε την “Μικρή Ασυμφωνία εις Άλφα Μείζον”, και μόνο για την αντιδιαστολή προς τον Ελύτη, έκανε τη δική του ασυμφωνία, μετατρέποντας το «Ε» του Ελύτη σε «Α». Κι έτσι προσεγγίζει τον Ελύτη, αλλά και απομακρύνεται από αυτόν. Ίδιος και αλλιώτικος, με αστραφτερή γλώσσα, με λυρική φλέβα, με τον αέρα στα μαλλιά και τα φτερά στους ώμους, με διάθεση να ακουστεί αλλιώς η φωνή του, να τραγουδήσει αλλιώς, “έστω και φάλτσα” έλεγε ο Ελύτης. Κι ακόμα, «Α» στερητικό και «λύτης», σαν να λέμε όχι Ελύτης, αλλά παραπλέων και συμπλέων «Ελύτης», και συνοδοιπόρος, συμπατριώτης, ομότεχνος, ομοτράπεζος στο τραπέζι της ποίησης, και παρεκκλίνων και αλλιώτικος και σαρκαστής και επαναστάτης και αλλιώς ωραίος». Κι ακόμα ο ποιητής Γιάννης ή Γιαννακός Αλύτης μας έχει δώσει κι ένα σπουδαίο τόμο με τον τίτλο Οι φίλοι μου κι εγώ (Γράμματα, πεζά, ποιήματα, εκδ. Σμίλη, 2013), με «κείμενα απευθυνόμενα σε φίλους, που στην ουσία απευθύνονταν στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας του νησιού, όπου ο Γιαννακός κρατούσε τη στήλη. Εκεί έγραφε ό,τι γινόταν αλλά και ό,τι έφτανε από την υπόλοιπη Ελλάδα και όλο τον κόσμο» (βλ. ηλ. περ. Diastixo, 1.11.2015) και το σπουδαιότερο, με ύφος αριστοφανικό και εμπειρίκειο και μυτιληναίικο.

Εν ολίγοις και ο Ντορής και ο Αλύτης, αν και δικαίως συμμετέχουν στη λογοτεχνική πίτα, αδίκως αποκλείονται από τη μνήμη που κάθε λογοτέχνης δικαιούται, μικρή ή μεγάλη. Ωστόσο, ακόμα και αν και άλλοι πολλοί έχουν ξεχαστεί, σωστό και δίκαιο είναι, όποιος και όταν τους θυμηθεί να το γνωστοποιεί, πλουτίζοντας, αν μη τι άλλο τη βιβλιογραφία μας.

Κι ο Ντόρρος; Αυτός δεν θάφτηκε, τον αναφέρουν οι γραμματολογίες όλες, αλλά με μια γραμμή μόνο, εξέδωσε το 1931 Του γλυτωμού το χάζι στο Παρίσι κι έπειτα («γλίτωσε» ή «χάζεψε») χάθηκε στην Αμερική.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Νίκος Εγγονόπουλος.]