Στον Κώστα Κιούση

Αποτραβηγμένος πια από τις γοργόνες, τους υπόλοιπους θεούς και τα θαυμάσια πράγματα εκεί κάτω, ο Τρίτωνας, χωρίς αίσθηση της μοίρας, ξέροντας ότι η ζωή δεν έχει πλοκή, παίζει ήσυχος ένδοξες, επικές μελωδίες στα χάλκινά του. Οι κακοφωνίες του, τα φάλτσα, αναστατώνουν τον περιβάλλοντα χώρο του, κι ακόμα και ο ίδιος ξέρει πολύ καλά τους περιορισμούς του, μα συνεχίζει να παίζει. Γιατί συνεχίζεις να παίζεις τον ρωτώ σε ένα μου όνειρο· γιατί δεν παραιτείσαι; Εγώ σηκώνω τα κύματα, μου αποκρίνεται. Φτάνουν στην ακτή. Το νερό αγγίζει τη γη, μόνο και μόνο για να υποχωρήσει, κι αυτό είναι αρκετό. Αυτό κάνει η θάλασσα. Έτσι είναι η θάλασσα. Αυτές τις αλήθειες τις συλλογίζεται ο Κάφκα και τις καταγράφει σε ένα του μικροδιήγημα. Για αυτό εγώ ο Τρίτωνας που τόσο πολύ ενοχλεί η μουσική μου, συνεχίζω να παίζω τα κοχύλια μου. Για να ακούω τον Κάφκα να στοχάζεται. Αυτά μου είπε ο Τρίτωνας και ξέρω ότι κι ο Κάφκα που ενοχλούνταν από τη δική του μουσική, συνέχιζε να παίζει. Και τώρα δεν χρειάζεται να τον ρωτήσω το γιατί, γιατί την απάντηση, δεν την έχω ανάγκη.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]