Όσο μεγάλη στρατιωτική ιδιοφυΐα ήταν ο Ναπολέων, ο άνθρωπος που έλεγε στο αποκορύφωμα της δόξας του: «Πρώτα ήμουν μόνο ένα βελανίδι. Τώρα είμαι μια δρυς, ο ηγέτης των εθνών» [1], άλλο τόσο μεγάλη ήταν και η πτώση του. Και αυτή τη φορά οι Άγγλοι, οι νικητές της μάχης του Βατερλώ, ήταν πιο προσεκτικοί, γιατί είχαν μετανιώσει σκληρά που την προηγούμενη φορά δεν άκουσαν τον Ταλεϋράνδο, ο οποίος είχε προτείνει ως τόπο εξορίας του Ναπολέοντα την Κέρκυρα, επειδή η Έλβα ήταν πολύ κοντά στη Γαλλία. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ένας από τους καλύτερους βιογράφους του Ναπολέοντα, ο Εμίλ Λούντβιχ, λέει μεταξύ άλλων: «Του δίνουν την Έλβα και δυο εκατομμύρια φράγκα ετήσια επιχορήγηση. Θα διατηρήσει τον τίτλο του αυτοκράτορα και μια φρουρά από τετρακόσιους άνδρες. Ο Ταλεϋράνδος ειδοποίησε τους συμμάχους για την απειλή του λιονταριού με τη Γαλλία. Πρότεινε την Κέρκυρα, κι ακόμη ανέφερε την Αγία Ελένη» [2]. Δεν χρειάζεται, νομίζω , βαθιά σκέψη, για να καταλάβει κανείς ότι, αν ο Ναπολέων είχε ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στο νησί των Φαιάκων, πόσο μεγαλύτερη θα ήταν σήμερα η τουριστική κίνηση της Κέρκυρας. Αυτή τη φορά όμως, όπως είπα και πιο πάνω, οι Άγγλοι θυμήθηκαν τη συμβουλή του Ταλεϋράνδου και τον εξόρισαν στην Αγία Ελένη, ένα νησί στον Ατλαντικό ωκεανό, που είναι απέναντι και σε μεγάλη απόσταση από τις δυτικές ακτές της Αφρικής.

Ο Ναπολέων νικήθηκε στο πεδίο της μάχης του Βατερλώ∙ οι Γάλλοι στρατιώτες όμως, όσοι δεν σκοτώθηκαν σ’ αυτή τη μάχη, νικήθηκαν, θα ’λεγε κανείς, και μέσα στην πατρίδα τους. Πράγματι, επιστρέφοντας απ’ αυτή τη μάχη βρήκαν την πολιτική κατάσταση στην πατρίδα τους αλλαγμένη και τους μοναρχικούς να έχουν πάρει, με την επιστροφή του Λουδοβίκου ΙΗ΄ στο Παρίσι, την εξουσία στα χέρια τους. Το παλιό επαναστατικό τραγουδάκι ça ira, ça ira άλλαξε το ρεφρέν του που έλεγε Les aristocrats à la lanterne! (Οι αριστοκράτες στην κρεμάλα) κι έγινε Les Bonapartistes à la lanterne! Αυτή ήταν η πολιτική κατάσταση που γνώρισε ο Ουγκώ παιδί, του οποίου ο πατέρας ήταν ένας από τους στρατηγούς του Ναπολέοντα, και που σε αρκετούς από εμάς αυτή η κατάσταση θυμίζει το θαυμάσιο μυθιστόρημα του Μπαλζάκ Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ. Αξιομνημόνευτο είναι το ποίημα, του οποίου η ποιητική ιδέα στηρίζεται σε ένα περιστατικό από τον πόλεμο του Ναπολέοντα στην Ισπανία, όπου έλαβε μέρος και ο πατέρας του Ουγκώ. Επιγράφεται Μετά τη μάχη και δείχνει, με ανάγλυφο τρόπο, την αγάπη, τον θαυμασμό και την υπερηφάνεια που ένιωθε ο Ουγκώ για τον πατέρα του. Σε δική μου, για την περίπτωση, απόδοση το ποίημα λέει:

Ο κύρης μου, ο ήρωας ο χαμογελαστός,
Που ’χε μονάχα ακόλουθο τον ακριβό του ουσάρο,
για το ψηλό του ανάστημα και την παλικαριά του,
πέρναγε πάνω στ’ άλογο το βράδυ μίας μάχης,
ανάμεσα στα πτώματα, καθώς έπεφτε η νύχτα.
Του φάνηκε πως άκουσε θόρυβο στο σκοτάδι.
Ένας Σπανιόλος του στρατού ήταν του νικημένου,
που σέρνονταν αιμόφυρτος στην άκρη εκεί του δρόμου
αγκομαχώντας, κάτωχρος και μισοπεθαμένος,
και με φωνή που έλεγε : «Έλεος! Να πιώ, διψώ!»
Τον πόνεσε ο κύρης μου και δίνει στον ουσάρο
ένα φλασκί που κρέμαγε με ρούμι από τη σέλα,
και του ’πε: «Δώσε του να πιει του βαριοπληγωμένου».
Άξαφνα εκεί που έσκυβε σ’ εκείνον ο ουσάρος,
αυτός ο άντρας που ήτανε Μαυριτανός το γένος,
σήκωσε το πιστόλι του που ακόμη το κρατούσε.
Τον κύρη μου σημάδεψε «άπιστο» βρίζοντάς τον.
Η σφαίρα δίπλα πέρασε, του πήρε το καπέλο,
ενώ τ’ άλογο τρόμαξε πισωδρομώντας λίγο.
Μα ο κύρης μου ατάραχος λέει ξανά του ουσάρου:
«Δώσ’ του ακόμη πιο πολύ να πιεί του πληγωμένου». [3]

Όλα αυτά δίνουν κάποια εξήγηση όχι μόνο γιατί ο Μάριος στους Αθλίους ‒που τον εμπνέεται ο Ουγκώ από τον εαυτό του σε νεαρή ηλικία‒ είναι γιος αξιωματικού του Ναπολέοντα που πολέμησε στη μάχη του Βατερλώ, αλλά και γιατί ο Ουγκώ παρεμβάλλει στο μυθιστόρημα αυτό μια από τις πιο καλές και πιο πιστές περιγραφές της τελευταίας αυτής μάχης που έδωσε ο μεγάλος Κορσικανός∙ κάτι, δηλαδή, που κάμποσα χρόνια πριν απ’ αυτόν είχε κάνει ο Σταντάλ στο μυθιστόρημά του Το μοναστήρι της Πάρμας. Δεν χωράει πάντως καμιά αμφιβολία ότι οι ναπολεόντειοι πόλεμοι είχαν σφραγίσει τη ζωή του Ουγκώ και ότι ιδιαίτερα το Βατερλώ ήταν μέσα του μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. Στο ποίημα Βατερλώ ανήκουν οι στίχοι που ακολουθούν, σε δική μου για την περίπτωση πάλι απόδοση και βεβαιώνουν τα παραπάνω.

Ω Βατερλώ! αλίμονο! κλαίω και στέκω εδώ!
Γιατί οι στρατιώτες τούτοι δω του τελευταίου πολέμου
Ήταν μεγάλοι∙ κι είχανε νικήσει όλη τη γη∙
Και βασιλιάδες γκρέμισαν∙ και φτάσαν σ’ Αλπεις, Ρήνο,

Με την ψυχή, στις σάλπιγγες μέσα, να τραγουδάει. [4]

***

Σε μια από τις τελευταίες φάσεις της μάχης του Βατερλώ, σε μια στιγμή που όλα έδειχναν ότι οι Γάλλοι δεν είχαν καμιά ελπίδα ν’ ανατρέψουν το αποτέλεσμα, ο Ουγκώ αναφέρεται στους Αθλίους στο επεισόδιο με τη λέξη που φώναξε ο Cambronne, ο οποίος τραυματίστηκε, αλλά δεν πέθανε και έζησε άλλα 27 χρόνια. Το περιστατικό αυτό στο βιβλίο του Ουγκώ έχει ως εξής: «Ένας Άγγλος στρατηγός, ο Colville, σύμφωνα με τους μεν, ο Metlaud, σύμφωνα με τους δε, τους φώναξε: “Γενναίοι Γάλλοι, παραδοθείτε!” Ο Cambronne απάντησε: “Σκ……..ά!”» («Un général anglais, Colville selon les uns, Maitland selon les autres, leur cria: Braves français, rendez –vous! Cambronne répondit: Merde!» [5]).

Με τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε αυτό το μυθιστόρημα, το επεισόδιο, ή μάλλον η λέξη του Cambronne έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο. Στη δική μας γλώσσα και ζωή η λέξη του Cambronne ‒αν και είμαστε πολλοί που τη συνηθίζουμε δίχως να γνωρίζουμε τον Γάλλο στρατηγό και την ηρωική του λέξη‒ πέρασε στους κύκλους των διανοουμένων και γενικά των μορφωμένων ανθρώπων ως η «λέξη του Cambronne», χωρίς να χρειάζεται να την αναφέρουν στα γαλλικά ή στα ελληνικά. Είναι πια δική του λέξη και ταυτισμένη για πάντα με το όνομά του. Ακόμη και στη λογοτεχνία μας πέρασε, απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον. Ο Κώστας Βάρναλης, για παράδειγμα, στο ποίημα που αφιέρωσε στον σοφό φίλο του Γιώργο Σαββίδη λέει:

Θα γεννηθώ ξανά όπως θέλω, κι όσο
μπορώ και θέλω εγώ να μεγαλώσω
(Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
Αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν)

Εκείνοι πάλι που έχουν διαβάσει όλη την ποίηση του Σεφέρη θα θυμούνται αυτό το ποίημα με τον τίτλο στα γαλλικά, Le cheval n’ α pas dit «M.E.R.D.E.», που εκ πρώτης όψεως σημαίνει ότι το άλογο δεν είπε τη λέξη του Cambronne. O τίτλος του ποιήματος παραπέμπει στο θεατρικό έργο Orphée (1950) του Jean Cocteau, όπου ο Ορφέας δέχεται πνευματικά μηνύματα από ένα εξαιρετικό άλογο. Τα μηνύματα αυτά επαναλαμβάνουν στερεότυπα τα γράμματα MERDE, που είναι ακριβώς τα γράμματα της λέξης του Cambronne, που ο Ορφέας ερμηνεύει ως αρχικά των λεξεων Μadame Euridice Reviendra Des Enfers, δηλαδή Η Κυρία Ευριδίκη θα επιστρέψει από τον Άδη. Παραθέτω το ποίημα του Σεφέρη για να επιστρέψω μετά στο θέμα μου.

LE CHEVAL N’ A PAS DIT «M.E.R.D.E.»
Moύντζωσ’ τα, Τάκη Παπατζώνη, μούντζωσ’ τα!
αλλιώτικο ήταν τ’ άλογο: λυγρό,
λυγρό θα το ’λεγε ο Τυφλός
που γνώριζε τα ζα και τους ανθρώπους
και τον καθημερνό κίνδυνο της ζωής.
Τ’ άκουσες, λες, να σου μιλάει γαλατικά
για την κερά-Ευριδίκη ή τον Καμβρόνη
σαν το συνταγματάρχη της Τρανσυλβανίας
με τα γυαλιστερά κουμπιά, τ’ αμφιμασχάλια
και με όνομα (προπάντων) ελληνικό,
φυτό της λάσπης του Βυζαντίου.

Αυτό δε μίλησε: σε γέλασαν.
Τίποτε∙ τσιμουδιά το επικατάρατο,
το επίβουλο, το σόι του επιβήτορα∙
μόνο ένας γερο-σάτυρος πιωμένος
που έβγαινε απ’ την Βodega Dragomir
μες στους βορβορυγμούς της βιολογίας του
τα πέντε γράμματα των Γαλατών υποτονθόρυζε.

Όσο για τους Γάλλους, αρκετοί ήταν εκείνοι που είχαν διαφωνήσει με τον Ουγκώ και υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε ν’ αναφερθεί καθόλου σε αυτό το επεισόδιο της μάχης του Βατερλώ, ενώ ο Λαμαρτίνος το χαρακτήρισε «démagogie grammaticale». Επίσης αρκετοί ιστορικοί, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, αμφισβητούσαν την ιστορικότητα αυτού του γεγονότος, το οποίο από τον Ουγκώ και μετά αναφέρεται ως Η λέξη του Cambronne (Le mot de Cambronne). Πάντως σε εκείνους που υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να βάλει αυτή τη λέξη στο βιβλίο του, γιατί δεν σχετίζεται και ούτε προσθέτει τίποτα στο κοινωνικό θέμα που πραγματεύεται εκεί, ο Ουγκώ έδωσε αποστομωτική απάντηση λέγοντας ότι η λέξη του Cambronne στη γαλλική γλώσσα «είναι η άθλια των λέξεων» (c’ est le misérable des mots) [6].

Victor Hugo

Είναι φανερό ότι το περιστατικό αυτό της μάχης του Βατερλώ εντυπωσίασε τόσο πολύ τον Ουγκώ, ώστε, για να τονίσει τη σημασία που είχε η «άθλια» αυτή γαλλική λέξη την ώρα που ειπώθηκε, αφιέρωσε μέσα στο μυθιστόρημα των Αθλίων ένα ολόκληρο κεφάλαιο που επιγράφεται Cambronne [7]. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να πει ξεκάθαρα ότι ο νικητής της μάχης του Βατερλώ δεν είναι ούτε ο Ναπολέων ούτε ο Wellington ούτε και ο Blücher∙ ενώ με τα δικά του ακριβώς λόγια λέει: «Ο άνθρωπος που κέρδισε τη μάχη του Βατερλώ είναι ο Cambronne» (L’ homme qui a gagné la bataille de Waterloo c’ est Cambronne) [8]. Kαι αυτό που λέει εδώ ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη του, το διασαφηνίζει πιο κάτω: «Το να κεραυνοβολείτε, με τέτοια λέξη, τον κεραυνό που σας σκοτώνει, αυτό είναι νίκη» (Foudroyer d’ un tel mot le tonnerre qui vous tue, c’ est vaincre) [9].

Σε αυτό το κεφάλαιο λέει πολλά ο Ουγκώ με αφορμή τη λέξη του Cambronne. Ακόμη και τη Μασσαλιώτιδα θυμάται λέγοντας ότι «ο Cambronne βρίσκει τη λέξη του Βατερλώ όπως ο Ρουζέ ντε Λιλ βρίσκει τη Μασσαλιώτιδα» (Cambronne trouve le mot de Waterloo comme Rouget de l’ Isle trouve la Marseillaise [10]. Eκείνο όμως που ενδιαφέρει εμάς τους Έλληνες και μας αναγκάζει να δώσουμε περισσότερη προσοχή είναι η γνώμη του ότι «αυτή η βρισιά προς τον κεραυνό αγγίζει το αισχύλειο μεγαλείο» (C’ est l’ insulte à la foudre. Cela atteint la grandeur eschylienne) [11]. Πολλά μπορεί να φανταστεί κανείς για τη γενναία λέξη του Cambronne, αλλά ότι αγγίζει και το αισχύλειο μεγαλείο είναι κάτι που ξεπερνά, νομίζω, τη φαντασία μας. Κι όμως, δεν θα έπρεπε να μας ξαφνιάζουν τέτοιες υπερβολές στις σελίδες των βιβλίων του, γιατί ο συγγραφέας των Αθλίων είναι γνωστός για το επικό ύφος της γραφής του και τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό του για ό,τι αγαπά και θαυμάζει. Λέγοντας πάντως αυτή τη φράση δεν έχει στη σκέψη του μόνο την παγκόσμια αναγνώριση του έργου και την πολεμική αρετή του ποιητή της Ορέστειας, αλλά και το σπάνιο ψυχικό μεγαλείο αυτού του ανθρώπου, που, παρά τον φθόνο και τις συκοφαντίες των συμπατριωτών του, αγαπούσε τόσο πολύ τον θυελλώδη και γενναιόφρονα λαό της Αθήνας, ώστε μέσα στα έργα του έδινε συχνά σ’ αυτόν τον λαό τον καλύτερο ρόλο.

Δεν έχει σημασία τι είναι σήμερα παραδεκτό από ό,τι γνώριζαν και πίστευαν για τη ζωή του Αισχύλου στην εποχή του Ουγκώ. Σημασία έχει, στην περίπτωσή μας, τι γνώριζε και πίστευε για τον τραγικό ποιητή ο ίδιος ο Ουγκώ. Και αυτό το ξέρουμε καλά από ένα άλλο βιβλίο του που επιγράφεται Φιλοσοφία και Φιλολογία. Να ένα απόσπασμα από αυτό το βιβλίο, που δείχνει πόσο καλά γνώριζε ο Ουγκώ όχι μόνο τις τραγωδίες του, αλλά και αυτή τη ζωή του: «Η μεγαλοφυΐα είναι κατηγορούμενη. Όσο ζούσε ο Αισχύλος αμφισβητιότανε. Τον αμφισβητήσανε κι ύστερα τον καταδιώξανε∙ φυσική πορεία. Σύμφωνα με την αθηναϊκή συνήθεια μπήκανε και στην ιδιωτική του ζωή και τον αμαύρωσαν∙ τον συκοφαντήσανε. Μια γυναίκα που αγάπησε, η Πλανησία, αδερφή της Χρυσίλλας της ερωμένης του Περικλή, ατιμάστηκε μπροστά στο μέλλον από τις προσβολές που έκανε δημοσία στον Αισχύλο. Υπέθεταν πως είχε ανώμαλους έρωτες, του βρήκανε, όπως στον Σαίξπηρ, έναν λόρδο Σαουθάπτον. Η δημοτικότητά του χτυπήθηκε στο καίριό της σημείο. Θεωρούσανε έγκλημα σ’ αυτόν το κάθε τι, ακόμα και την καλή διάθεσή του απέναντι στους νέους ποιητές που του πρόσφεραν με σεβασμό τα καινούργια τους στεφάνια. Ζωντανός, ο Αισχύλος ήτανε ένα είδος δημόσιου στόχου εκτεθειμένου σε όλα τα μίση. Όταν ήταν νέος προτιμούσανε τους παλιούς, τον Θέσπιδα και τον Φρύνιχο∙ όταν γέρασε προτιμούσανε τους καινούργιους, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη. Στο τέλος σύρθηκε στον Άρειο Πάγο και επειδή, όπως λέει ο Σουίδας, το θέατρο γκρεμίστηκε ενώ παιζόταν ένα έργο του, και για τον Αιλιανό επειδή είχε βλασφημήσει ή, πράγμα που είναι το ίδιο, γιατί διηγούνταν τα μυστήρια της Ελευσίνας, εξορίστηκε. Πέθανε στην εξορία. Τότε ο ρήτορας Λυκούργος φώναξε: Πρέπει να υψώσουμε χάλκινο ανδριάντα στον Αισχύλο. Κι η Αθήνα, που ’χε διώξει τον άνθρωπο, ύψωσε τον ανδριάντα. Έτσι ενώ ο Σαίξπηρ έπεσε στη λησμονιά όταν πέθανε, ο Αισχύλος εισήλθε στη δόξα» [12]. Τέτοια πράγματα για τη ζωή του Αισχύλου δεν θυμάμαι να διάβασα ποτέ σε σχολικό βιβλίο. Και αυτό γιατί οι μελανές σελίδες της ιστορίας δεν διδάσκονται ποτέ στα σχολεία. Έτσι εμείς, οι μη ειδικοί, αγνοούμε αυτά που διαβάσαμε πιο πάνω στο απόσπασμα του Γάλλου συγγραφέα. Αν είναι σήμερα αποδεκτά έστω και τα μισά από αυτά που λέει εδώ ο Ουγκώ, στηριγμένος στο λεξικό της Σούδας και στον Αιλιανό, αν όχι και σε άλλες πηγές, μας δίνεται, νομίζω, κάποια λογική εξήγηση για την αποσιώπηση του πνευματικού του έργου στο επιτύμβιο επίγραμμα που του αποδίδουν. Πράγματι, έτσι που καταπολεμήθηκε το έργο του και η προσωπική του ζωή, δεν του έμενε παρά μόνο ο Μαραθώνας… Αυτόν τον ηρωισμό του και αυτή την αγάπη του για την πατρίδα είναι τα μόνα που ο φθόνος και η κακεντρέχεια των συμπατριωτών του δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν, για να σπιλώσουν ακόμα περισσότερο την προσωπική του ζωή και να μειώσουν την αξία του πνευματικού του έργου. Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανόν ότι σε τέτοια ψυχολογική και πνευματική κατάσταση μπορεί να ήταν ο ποιητής της Ορέστειας, όταν έγραφε το επιτύμβιο επίγραμμα που ξάφνιασε και προβλημάτισε τις επόμενες γενεές των ανθρώπων.

***

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θα ήθελα ακόμη να πω ότι διαβάζοντας κανείς αυτόν τον τιτάνα της γαλλικής λογοτεχνίας, που δίκαια υπερηφανεύεται ότι φόρεσε με το έργο του στη γαλλική γλώσσα τον κόκκινο σκούφο της δημοκρατίας («je mis un bonnet rouge au vieux dictionnaire» [15]), παρατηρεί ότι μπορεί να ξεκινήσει από κάποιον άγνωστο Cambronne και μια «άθλια λέξη» και να φτάσει, χωρίς να το καταλάβει, σε έναν άλλο τιτάνα, τον Αισχύλο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Εμίλ Λούντβιχ: Ναπολέων, εκδ. Βίπερ, Αθήνα 1972, τ. 1, σ. 252.
2) ό.π., τ. 2, σ. 148.
3) Victor Hugo: La Légende des siècles.
4) Victor Hugo: Les Châtiments: L’ Expiation.
5) Victor Hugo: Les Misérables, ed. Livre de poche, Paris 1985, t. 1, p. 349.
6) Ό.π. σ. 534.
7) Ό.π. σ. 349.
8) Ό.π. σ. 349.
9) Ό.π. σ. 349.
10) Ό.π. σ. 350.
11) Ό.π., σ. 350.
12) Βικτώρ Ουγκώ: Φιλοσοφία και Φιλολογία, Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα 1950, σ. 61-62.
13) Victor Hugo: Les Contemlations: Reponse à un acte d’ accusation.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]