Το κελί 2455, ο Προθάλαμος του θανάτου
CARYL TSESSMAN
Μετάφραση: Μιλτιάδης Κανσιζ
Δαρεμάς, 1956
σελ.192

Μια παλιά και πλούσια βιβλιοθήκη κρύβει συνήθως πολλούς και άγνωστους ή σπάνιους θησαυρούς. Σε μία τέτοια βιβιλιοθήκη εντόπισα το αυτοβιογραφικό έργο του Αμερικανού κακοποιού Κάρυλ Τσέσμαν Το Κελί 2455. Όπως έμαθα από τον ιδιοκτήτη του, το εν λόγω βιβλίο «ήταν περιζήτητο στην εποχή του» και ότι «ο κόσμος έκανε σαν τρελός για να αγοράσει τα βιβλία του Τσέσμαν, του θανατοποινίτη».

Στο βιβλίο αυτό ο πράγματι καταδικασθείς για δεκαοκτώ κακουργήματα (κυρίως βιασμούς, ένοπλες ληστείες και απαγωγές) και εκτελεσθείς μετά από δώδεκα χρόνια φυλακής σε θάλαμο αερίων Κ. Τσέσμαν καταγράφει τη ζωή του προσπαθώντας να αποδείξει την αθωότητά του στοχεύοντας έμμεσα στην απαλλαγή του από την εσχάτη των ποινών, πράγμα που κατάφερε να πετύχει οκτώ φορές αποκτώντας υποστηρικτές εκτός φυλακής και εκτός Αμερικής.

Σήμερα που η συζήτηση στην Τουρκία για την επαναφορά της θανατικής ποινής έχει αναζωπυρωθεί, αλλά και ενόψει των χρόνια άλυτων ζητημάτων του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας μας, το βιβλίο αυτό καθίσταται πλήρως επίκαιρο.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι δίχως έκπληξη απλή και κατανοητή, η συγκεκριμένη μετάφραση δεν προκαλεί δυσκολίες και η ανάγνωση κυλάει άνετα. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση μέχρι το 14ο κεφάλαιο οπότε ο αφηγητής δηλώνει πως «ναι, ο Γουΐτ ειμαι εγώ, ο Κάρυλ Γουίτμαν Τσέσσμαν, αριθμός 66.565 του Σαν Κουέντιν, καταδικασμένος σε θάνατο», δεν σου δίνει την αίσθηση της αυτοβιογραφίας αλλά μάλλον ενός μυθιστορήματος του οποίου ο συγγραφέας-αφηγητής είναι παντογνώστης.

Αφιερώνοντας το βιβλίο του στη μητέρα του, ο Τσέσσμαν ξεκινά την αφήγησή του περιγράφοντας τη μορφή της. Η αγάπη του προς τους γονείς του διαπνέει όλο το έργο του. Η βιογραφία του στο σύνολό της δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες εκπλήξεις και πρωτοτυπίες, αλλά μάλλον θα την χαρακτηρίζαμε κοινότοπη. Εν συντομία πρόκειται για έναν πληγωμένο άνθρωπο που παίρνει το λάθος δρόμο. Πιο αναλυτικά, η ζωή του Τσέσσμαν ξεκινά φυσιολογικά∙ είναι ένα χαρισματικό και ευτυχισμένο παιδί ώσπου αρρωσταίνει βαριά και γίνεται αδύναμος σωματικά, ψυχικά και πνευματικά. Η θλίψη και η στεναχώρια σκεπάζουν την ψυχή του και μαζί και τη ζωή των γονιών του που τον υπεραγαπούν. Μεγαλώνοντας μπλέκεται σε «κακές παρέες» που τον παρασέρνουν σε άνομες πράξεις και μικροεγκλήματα. Κάποτε ερωτεύεται μια κοπέλα την οποία σέβεται και αγαπά. Σύντομα όμως θα γίνει θύμα βιασμού μπρος στα μάτια του οπότε θα της ορκιστεί να βρει και να εκδικηθείς τους ενόχους. Το γεγονός τους φέρνει ακόμα πιο κοντά και γίνονται οικογένεια. Η κοπέλα πηγαίνει να ζήσει με τους γονείς του και με ιδιαίτερη φροντίδα περιποιείται τη μητέρα του που έχει προσβληθεί από καρκίνο. Εκείνος όμως, ενθυμούμενος την υπόσχεσή του, με την παλιά του παρέα συνεχίζει τις ληστείες και τις κλοπές ώσπου βρίσκει τους ενόχους και τους τιμωρεί. Αποφασίζει να επιστρέψει πίσω και να βοηθήσει την οικογένειά του. Όμως, οι συμφορές του δεν τελειώνουν. Η μητέρα του πεθαίνει και ο πατέρας του χάνει τη δουλειά του. Αναγκάζεται τότε να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα και έτσι βυθίζεται στην παρανομία. Η αστυνομία τον αναζητά ώσπου μια νύχτα κλέβει ένα αυτοκίνητο το οποίο έτυχε να οδηγεί προηγουμένως, όπως ισχυρίζεται ο Τσέσσμαν, ένας διάσημος βιαστής της περιοχής και τον συλλαμβάνουν έτσι στη θέση εκείνου. Ο Τσέσσμαν μεταφέρεται στις φυλακές όπου μαθαίνει να δακτυλογραφεί και μελετά τη νομική επιστήμη. Η γυναίκα του όμως τον περιμένει και το άδικο τον πνίγει. Στήνει μια παγίδα και δραπετεύει. Προσπαθεί να βρει κάποια έγγραφα για να εκβιάσει Γερμανούς αξιωματούχους ώστε να τον ελευθερώσουν όμως παλιοί εχθροί καταστρέφουν το καταφύγιό του. Συλλαμβάνεται για δεύτερη φορά και μεταφέρεται σε αυστηρότερη φυλακή. Τότε, του επιβάλλεται η θανατική ποινή και ζητά διαζύγιο από τη γυναίκα του η οποία μετά από πιέσεις του δικηγόρου δέχεται. Ο Κάρυλ μόνος του πια αγωνίζεται να αποδείξει την αθωότητά του, ελπίζοντας στην άρση της ποινής του.

Το βιβλίο τελειώνει με έναν τόνο αισιοδοξίας. Ο Τσέσσμαν ελπίζει ακόμα ότι θα σωθεί. Στις 2 Μαΐου το 1960 όμως θανατώνεται και η αθωότητά του δεν αποδεικνύεται ποτέ.

Βέβαια, το βιβλίο δεν είναι μόνο όπως υποστηρίζει ο ίδιος «η ιστορία ενός χαμογελαστού, εκδικητικού και ψυχοπαθούς νεαρού γκάνγκστερ» αλλά ο «απολογισμός ενός πολέμου που διεξάγεται πάρα πολύ συχνά, πάρα πολύ βίαια, πάρα πολύ αποφασιστικά και με πάρα πολλά θύματα». Μέσω αυτού του βιβλίου δείχνει ότι και αυτός είναι άνθρωπος («οι φύλακες είναι άνθρωποι, καθώς και οι υπόδικοι και οι αστυνομικοί και οι εισαγγελείς και οι δικαστές και οι δεσμοφύλακες και οι ποινικολόγοι και οι κοινοί πολίτες»), ότι δεν ευθύνεται μόνο αυτός για ό,τι έγινε, αλλά και η κοινωνία («Τι κάνει τον έναν άνθρωπο αστυνομικό και τον άλλο εγκληματία; Είναι μήπως ζήτημα ανατροφής και εκπαίδευσης-είναι μήπως ζήτημα τύχης;»). Σε πολλά σημεία του έργου διατυπώνει τέτοιους κοινωνικούς-φιλοσοφικούς προβληματισμούς βάζοντας τον αναγνώστη αν όχι στη θέση του, τουλάχιστον σε μια διαδικασία βαθύτερου συλλογισμού των κοινωνικών φαινομένων. Ακόμη, άμεσα ερωτήματα όπως «Τι ξέρετε για αυτούς που εγκληματούν; Τι ξέρετε γι’ αυτούς που κάνουν εγκλήματα;» ξυπνούν τον αναγνώστη από το λήθαργο στον οποίο βρίσκεται ως αποστασιοποιημένος «άμεμπτος» πολίτης και τον βάζουν πρόσωπο με πρόσωπο με αυτά τα ζητήματα. Ίσως και να λειτουργούν ως μία προτροπή για τον κάθε ένα από εμάς να αντιμετωπίζουμε τη ζωή ή το θάνατο ενός ενόχου με περισσότερη ευαισθησία ή ανθρωπιά, ακόμη και αν είμαστε υπέρ της θανατικής ποινής.

Το Κελί 2455 είναι ένας μονόλογος ενός ανθρώπου που ίσως αύριο πεθάνει. Είναι μια εξήγηση στο «γιατί ο Κάρυλ Τσέσμαν και όχι κάποιος άλλος». Και ακόμα και αν δεν πρόκειται για αριστούργημα της λογοτεχνίας, εξάλλου ο συγγραφέας του δεν είχε τέτοια πρόθεση, αξίζει να διαβαστεί ως μία πηγή γενικότερου προβληματισμού, αφού όλοι ως ενεργοί και σκεπτόμενοι πολίτες, ακόμη και αν η θανατική ποινή δεν υφίσταται πλέον στο ποινικό σύστημα της Ελλάδας, οφείλουμε να προσεγγίζουμε τέτοια σοβαρά κοινωνικά ζητήματα με περισσότερο βάθος σκέψης και γιατί όχι μέσα ακόμη και από τα μάτια ένας θανατοποινίτη.

 

Γεωργία Βασιλειάδου