Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Ποιήματα, μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης, εκδ. poema.., 2016.

Σε μετάφραση και επίμετρο του ποιητή και πεζογράφου Γιώργου Παναγιωτίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις (.poema…) ένα καλαίσθητο βιβλίο που περιέχει ποιήματα της σημαντικής και πολυβραβευμένης Αμερικανίδας ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Η Μπίσοπ γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στη Μασαχουσέτη. Πέθανε στη Βοστόνη το 1979 και είχε μια ζωή πολυτάραχη και πλουραλιστική που τροφοδότησε την τέχνη της. Εκπρόσωπος του μοντερνισμού, σε όλη της τη ζωή δημοσίευσε συνολικά 101 ποιήματα που όμως προκάλεσαν αίσθηση και ενδιαφέρον. Η ίδια συνήθιζε να δουλεύει πολύ τα ποιήματά της, τα οποία αποτελούσαν προϊόντα διανοητικής επεξεργασίας περισσότερο παρά προϊόντα μιας έμπνευσης της στιγμής. Η αφόρμηση είναι συχνά αυτοβιογραφική, αλλά ποτέ τίποτα δεν λέγεται απροκάλυπτα, τα πιο πολλά υποκρύπτονται εντέχνως. Το παρελθόν, η απώλεια, η αποξένωση από το περιβάλλον, οι διάφοροι τόποι από ταξίδια είναι μερικά από τα θέματα με τα οποία συστηματικά καταπιάνεται. Στην ουσία τα ποιήματά της αποτελούν μικρές ιστορίες ζωής και διαθέτουν έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα. Επίσης πετυχαίνει τον συγκερασμό των αντιθέτων! Ακριβής και πολυεπίπεδη ταυτόχρονα, κινείται αριστοτεχνικά ανάμεσα στο συμβολικό και το πραγματικό, ανάμεσα στο ατομικό και το πανανθρώπινο, ανάμεσα στο ταπεινό και το υψηλό. Και αυτά τα παντρέματα στην ποίηση δεν θα πρέπει να θεωρούνται καθόλου εύκολα ή αυτονόητα. Τα ποιήματά της, αν και πεζολογικά στην πλειοψηφία τους, σε πολλές περιπτώσεις δεν στερούνται ρίμας και διακρίνονται για τον ποιητικό τους ρυθμό, δύο στοιχεία που ο μεταφραστής επιδιώκει και διατηρεί κατά την μεταφορά τους στην ελληνική γλώσσα.

Zωή λοιπόν με πολλά θέματα που τροφοδότησαν την ποίησή της. Αποτέλεσαν το υλικό και συνάμα το έναυσμα της δημιουργίας της. Η ορφάνια, ο αλκοολισμός της, η ομοφυλοφιλία της, η ασθενική της κράση, όλα αυτά μαζί και άλλα ίσως, την οδήγησαν πιθανόν σε ένα είδος γραφής ιδιαίτερο που δεν την κατατάσσει στην λεγόμενη εξομολογητική γραφή, ένας από τους εκπροσώπους της οποίας είναι ο αιώνιος φίλος της Robert Lowell. Ωστόσο, όλα τα «προσωπικά» της στοιχεία δεν αποκαλύπτονται, αλλά κλειδώνονται μέσα στα ποιήματα. Εκεί μέσα οι πόνοι και οι πληγές της «ξεκουράζονται». Σε άλλους δημιουργούς, κάποιες φορές τα τραύματα αποτελούν κράχτες, τα τραύματα «φωνάζουν». Εδώ τα ποιήματα «κρύβουν», αποτελούν μικρούς γρίφους ή αινίγματα αναφορικά με την αλήθεια που υπάρχει από πίσω. Η Μπίσοπ φαίνεται ότι δεν θέλει η γραφή της να χαρακτηριστεί «γυναικεία», αλλά ούτε και «αυτοβιογραφική», αποστρεφόμενη τις «ταμπέλες». «Παίζει» με τους όρους της, με τους σουρεαλιστικούς και τους στοχαστικούς τόνους και τις εικόνες, με την αμφίθυμη και ειρωνική διάθεση. Kαταθέτει με πνευματώδη τρόπο τις εντυπώσεις της από τον κόσμο γύρω της. Ψυχή ταξιδιάρα, αναμειγνύει στα ποιήματά της αληθινά περιστατικά με φανταστικές ιστορίες και συχνά ο αναγνώστης αναρωτιέται πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα, κάτι που είναι ιδιαίτερα γοητευτικό. Μας δίνει μια γνώση, αλλά και μια αίσθηση «ρέουσα και αιωρούμενη».

Μια καλαίσθητη και προσεγμένη έκδοση που μαρτυρά τον ζήλο του μεταφραστή για το αντικείμενό του. Περιέχεται κατατοπιστικό σημείωμα του Παναγιωτίδη στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο που εργάστηκε, στις προσδοκίες του αναφορικά με την έκδοση και γενικότερα στο «σκεπτικό» που έχει σχετικά με αυτήν. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα πλούσιο και εκτενές επίμετρο χωρισμένο σε κεφάλαια (Βιογραφία, Βραζιλιάνικη περίοδος, Η ποιήτρια, Ποιητική, Ποιητικές συλλογές). Ακόμα, συναντά κανείς βιβλιογραφία, καθώς και διαδικτυακές πηγές, συνδέσμους που αναφέρονται στη ζωή και το έργο της Μπίσοπ.

Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί
τόσα πολλά πράγματα φαίνονται προσηλωμένα
στο να χαθούν που ο χαμός τους δεν είναι καταστροφή.

Χάνεις κάτι κάθε μέρα. Πέρα από την ταραχή
σαν χάσεις τα κλειδιά σου, άσχημα η ώρα πάει στα χαμένα.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί.

Ασκήσου λοιπόν να χάνεις πιο γρήγορα να χάνεις πιο πολύ:
τόπους και πρόσωπα και όπου προόριζες για σένα
να ταξιδέψεις. Τίποτα από αυτά δεν θα φέρει την καταστροφή.

Έχασα τη φροντίδα της μητέρας μου. Και κοίτα! Το τελευταίο ή
προτελευταίο χάθηκε από τρία σπίτια μου αγαπημένα.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί.

Έχασα δύο πόλεις, αξιαγάπητες. Και πιο πολύ
κάποιους κόσμους που ανήκα, δύο ποτάμια, μια ήπειρο.
Μου έλειψαν μα δεν ήταν καταστροφή.

Ακόμα χάνοντας εσένα (τη φωνή που αστειευόταν, ένα νεύμα
που αγαπώ) δεν πρόκειται να πω ψέμα. Είναι προφανές
η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί
μολονότι μπορεί να μοιάζει σαν (γράψε το!) σαν καταστροφή.

μετάφραση: Γιώργος Παναγιωτίδης

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]