ΑΠΟΦΡΑΔΕΣ

Κοιμήθηκα·
τὴν ὥρα ποὺ κοιμόμουν,
ἐρείπια ἁπλώθηκαν τριγύρω μου καὶ μ᾿ ἔκλεισαν.
Μὰ ὁ δρόμος ὅπου ξάπλωσα ἤταν ἀνοιχτός,
τὰ δέντρα του δὲν ἔκρυβαν τίποτα.

Ξυπνοῦσα καὶ προσπαθοῦσα νὰ σηκωθῶ.
Τὸ στῆθος μου πλακώθηκε ἀπ᾿ τὰ βιβλία,
ποὺ τώρα εἶχαν γίνει ὅλα ἕνα· ἕνα μεγάλο ποίημα,
ὅπως τὸ σχῆμα μιᾶς σκιᾶς ποὺ μεγαλώνει
χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνω.

Μονάχα ψηλαφώντας ξεχωρίζω τὶς γραμμὲς
ποὺ δείχνουν ὅτι ἀπὸ ἐδῶ περάσαν ὅλοι·
ὅμως πρὸς τὰ ποῦ πηγαῖναν;
ποῦ σταματοῦσαν γιὰ νὰ πιοῦν νερό;
ἀπὸ ποῦ ἀκούγονταν οἱ φωνὲς ποὺ ἀκολουθοῦσαν;

Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς τὶς πέτρες εἴχανε τὰ σπίτια τους·
ὅταν ἐπιστρέψουν, θὰ εἶμαι ἀκόμη ἐδῶ πέρα;

ΑΝΑΒΟΛΗ

στίχοι μελωδίας

Σήμερα θὰ κατεβῶ ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι
γιατὶ ἔχω μιὰ δουλειὰ νὰ κάνω στὶς ἑφτά.

Ἔχω ὑποσχεθεῖ σὲ κάποιον φίλο
νὰ πᾶμε νὰ φυτέψουμε δυὸ στάχυα.

Σήμερα θὰ κατεβῶ ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι
γιατὶ ἔχω μιὰ δουλειὰ νὰ κάνω στὶς ἐννιά.

Ἔχω ὑποσχεθεῖ σὲ κάποια ἀγάπη
νὰ πᾶμε νὰ γυρέψουμε ἕναν ἴσκιο.

Ἀλλὰ ἡ ὥρα πέρασε καὶ τὸ φεγγάρι ἀνέβηκε
κι ἀπὸ ἐδῶ ψηλὰ ποιὸς νὰ μ᾿ ἀκούσει πιά.

ΣΤΗΝ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ᾿30

«Νὰ βλέπει ὅμως τὸ δέρας ποὺ κυνηγοῦσε σαράντα τόσους χρόνους,
κρεμάμενο σ᾿ ἕνα τσιγκέλι νὰ τὸ δέρνουν οἱ ἀέρηδες χωρὶς
οὔτ᾿ ἕνα χέρι ν᾿ ἁπλώνεται κατὰ κεῖ, μὰ τὴν ἀλήθεια δὲν ὑποφέρεται».
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Ἐν λευκῷ.

Μὲ τί νὰ μοιάζει αὐτὴ ἡ κληματαριὰ
τώρα ποὺ λύγισε ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ἥλιου
κι οἱ γάτες δὲν τολμοῦν νὰ τὴν ἀνέβουν;

Στὸν κορμό της ξεχασμένος ὁ ρυθμὸς τοῦ τζίτζικα·
φύλλα ποὺ κρέμονται κιτρινισμένα
φτιάχνοντας σχήματα μὲ τὸν ἀσβεστωμένο τοῖχο –

κι αὐτὰ τὰ λίγα γινωμένα της σταφύλια
τώρα ποιὸς θά ᾿ρθει νὰ τὰ κόψει;
ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὰ κόψει;

ΣΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δὲν θυμᾶμαι πότε ἀνέβηκα ἐδῶ πάνω.
Αὐτὰ τὰ σχήματα στὸν βράχο δὲν ὑπῆρχαν πρίν.
Κι ἐκεῖνες οἱ ἀνεμόσκαλες δὲν ξέρω ποῦ ὁδηγοῦνε·
πόσο βάρος μποροῦν ν᾿ ἀντέξουν.
Ἂς μείνω ἐδῶ καλύτερα γιὰ νὰ ξεχειμωνιάσω
ἂν καὶ τὸ ξύλο εἶναι ἀκόμη νοτισμένο
ἀπ᾿ τὶς βροχὲς τοῦ φθινοπώρου
κι ὅπου πατάω λυγίζει.

ΚΕΝΩΣΙΣ

Στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου ὑπῆρχε μιὰ παλιὰ ξύλινη κολώνα. Πάνω της
εἶχε χτίσει τὴ φωλιά του ἕνα πουλί. Ἕνα πρωὶ ποὺ ἐκεῖνο ἔλειπε,
ἦρθανε καὶ τὴν ἔκοψαν. Ὅταν ξαναγύρισε, ἄρχισε νὰ ψάχνει ἐπί-
μονα. Κάθε λίγο σταματοῦσε μ᾿ ἕνα δυνατὸ κελάηδισμα· ἔμοιαζε
μὲ λυγμό, ἀλλὰ δὲν ἦταν. Τότε παρατήρησα τὸ ἑξῆς: κάθε φορὰ
ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο κι ἐπαναλάμβανε τὰ ἴδια βήματα·
χωρὶς νὰ χάνει τὸν προσανατολισμό του· μ᾿ ἕνα ρυθμό ποὺ δὲν
τὸν ἔβλεπες ἀλλὰ μποροῦσες νὰ τὸν καταλάβεις. Κάποια στιγμὴ
ἀφαιρέθηκα, ἔστρεψα ἀλλοῦ τὸ βλέμμα, κι ὅταν γύρισα νὰ δῶ εἶχε
φύγει. Δὲν ξαναφάνηκε οὔτε ξανακούστηκε στὴν γειτονιά. Ἴσως ὁ
πρῶτος ποιητὴς νὰ ἦταν ἕνα πουλὶ ὅπως αὐτό.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΥΘΟΣ

Ἡ πραγματικότητα εἶναι θηλυκοῦ γένους· ὁ μύθος ὅμως,
ἂν καὶ ἀρσενικός, δὲν ἔχει ἴχνος ἀρρενωπότητας
ἀκόμη κι ὅταν ἱστορεῖ σφαγὲς ἢ μᾶς μιλάει γιὰ τὸν Σίσυφο
γιὰ τοὺς συντρόφους στὸν βυθὸ τῆς θάλασσας
ἢ ἀκόμη, καὶ γιὰ πέτρες ποὺ κατρακυλᾶνε
μακριὰ ἀπὸ τ᾿ ἀγριόχορτα τοῦ λόφου ποὺ ἀνεβαίνουμε.

Ἡ πραγματικότητα εἶναι γένους θηλυκοῦ ὅπως ἡ πέτρα·
ὅπως ἡ Φαίδρα κι ἡ σελήνη, ὅπως ἡ ἐπιθυμία, ὅπως ἡ γέφυρα.
Μπορεῖς ἂν θὲς νὰ τὴν ἀγγίξεις, μπορεῖς νὰ τὴν περάσεις,
ὅμως, ἂν τὴν ἀφήσεις πίσω σου δίχως νὰ τὴν γκρεμίσεις
θὰ τὴν διασχίσει ἕνας ἀμίλητος ἐχθρὸς ποὺ ἀκολουθεῖ.

[Δημήτρης Γαλάνης, Επιστροφή, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2015.]