Βράδυ ανήσυχο, έχοντας καταναλώσει όλη την ενέργεια στην ημέρα που πέρασε. Υπάρχει ωστόσο ένα πλεονέκτημα: έχει απομείνει ένα ουσιώδες κατακάθι στην καρδιά. Ακριβέστερα, έχει απομείνει ό,τι διαθέτει πραγματικό βάρος. Αυτό το ελαφρύ αλλά αναμφισβήτητα υπαρκτό πράγμα, κουρασμένο αλλά αναλλοίωτο, θα κοιμηθεί μαζί με το σώμα ως ίσο με αυτό σε δικαιώματα και ανάγκες. Ας το πούμε ψυχή. Η ψυχή, λοιπόν, είναι ένας καθρέφτης που κάθε βράδυ αδειάζει τα είδωλά του, τα ξεφορτώνεται, τα στέλνει πίσω στη νύχτα, που μεταμφιεσμένη σε ημέρα τροφοδότησε κακήν κακώς το αθώο κάτοπτρο της καρδιάς με ποικίλες αλλεπάλληλες εντυπώσεις. Όμως, όλα ξαναπέφτουν στη νύχτα και διαλύονται μέσα της όπως η βροχή μέσα στη θάλασσα. Απομένει το ουσιώδες, καθαρό αλλά βουβό. Βουβό σαν ψάρι που, όπως κάθε ψάρι, γνωρίζει μόνο μία γλώσσα: τη χάρη της πλεύσης του. Αυτή και μόνον αυτή όποιος τη μιλήσει θα καταφέρει το παράδοξο γεγονός της ποίησης. Συνεπώς, και απολύτως λογικά, η ποίηση είναι η λαλιά ενός άθραυστου καθρέφτη που κολυμπά μέσα σε μια αιώνια νύχτα η οποία ενίοτε είναι λουσμένη στο φως. Με τούτο εδώ το συμπέρασμα –και με την ασφάλεια της νυκτερινής ομογενοποίησης των ειδώλων– χαιρετώ και αποχαιρετώ την ποιήτρια Νατάσα Χατζιδάκι, απόψε που έμαθα, με 47 ημέρες καθυστέρηση, ότι έφυγε από τη ζωή στις 24 Γενάρη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]