Η ΗΧΩ

Το ίδιο κενό γαβγίζει και το σκυλί του Χριστού
και το κρυμμένο φεγγάρι –ίδια κι η ηχώ.
Αυτά που μου ’πες, τα ξέχασα στ’ όνειρο
–γι’ αυτό η ηχώ.

ΑΝΕΜΟΙ

Έλα και μην παρακαλάς πλωτή να γίνει η νύχτα,
πήγαινε με τον ίσκιο σου να φέρεις τους ανέμους,
έτσι όπως κάνει ο ποιητής για να ψηλώνει ο νους του
χωρίς το κρίμα να κριθεί και φέρνει μαύρο χιόνι.

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΥΛΙ

Έχει κι η απουσία άλλον αέρα πίσω της,
όπως το σύννεφο, όπως η παρρησία ή το γαλάζιο πουλί.
Μ’ ανεμιστήρες θροΐζουν τώρα οι μεταξωτές σημαίες.
Εσύ πού άκουσες τη σάλπιγγα; Θά ‘τανε ο αέρας πάλι.

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Θολώνει εδώ στα χαμηλά μια περσινή ανάσα
πλάι σε κενό διάστημα που ακόμα αβγαταίνει,
να βρούνε τόπο οι νεκροί να θάψουν τους νεκρούς τους,
πόσες φορές γεννιέται ο κόσμος τους και πόσες η σκιά τους.

ΤΟ ΡΕΜΠΕΛΙΟ

Μέσα στους ζωντανούς κάθονται ρέμπελοι οι νεκροί
και λιάζονται αμίλητοι σκοτώνοντας την ώρα τους.
Κύριε, κάμε να βγουν έξω στο φως, έστω για λίγο ν’ ακουστούνε
κι αυτά που δεν προφτάσαμε να πούμε.

[Στη φωτογραφία το άδειο γραφείο του ποιητή.]

Στη βασιλόπιτα του περιοδικού…