του Θωμά Καραγκιοζόπουλου

Οι «Επιστολές προς την Γαλάτεια» είναι 83 επιστολές, οι οποίες γράφτηκαν από τον Νοέμβριο του 1920 μέχρι τον Μάιο του 1924. Είναι επιστολές, τις οποίες απευθύνει ο Καζαντζάκης προς την πρώτη του σύζυγο σε μια εποχή κατά την οποία η ατμόσφαιρα στην Ευρώπη είναι κοινωνικά φορτισμένη και αυτή η κατάσταση εσωτερικευόταν στον συγγραφέα σε μορφή πνευματικών ανησυχιών και διάθεση για δράση. Το υλικό των επιστολών είναι αποκαλυπτικό ως ντοκουμέντο τόσο για τον άνθρωπο Καζαντζάκη, έναν χαρακτήρα με πολλές έγνοιες και ενδιαφέροντα, όσο και για το έργο του, καθώς η αγωνιώδης σκέψη του, αυτή που γέννησε τα μυθιστορήματα της ώριμης ηλικίας του με τη βαθιά ματιά του στην ανθρώπινη ψυχή, αναζητά διέξοδο στα αδιέξοδα που μαστίζουν την Ευρώπη. Σίγουρα, πολλές από τις σελίδες των επιστολών είναι από τις ωραιότερες σελίδες που έχει γράψει, με τόνο λυρικό και επαναστατικό. Αλλοτε πικραμένος και άλλοτε ενθουσιασμένος, πάντα γράφει στα πλαίσια ενός πνευματικού ανθρώπου, ο οποίος μετουσιώνει τη σκέψη του σε λόγο. Δεν παρεκτρέπεται εκφραστικά, ούτε γράφει με εμπάθεια ή υπερβολικά φλύαρο ύφος, δείγματα της δυνατότητας κυριαρχίας στην σκέψη του, αλλά και της ευγένειας του λόγου του, ευγένεια η οποία χαρακτήριζε τον Καζαντζάκη ως άνθρωπο.

Οι διαστάσεις, τις οποίες μπορεί να διακρίνει κανείς στις επιστολές είναι αρκετές. Υπάρχει η ιστορική διάσταση με το πλήθος των ιστορικών αναφορών σε γεγονότα, τα οποία λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη, πολλές φορές αντιπαραβαλλόμενα με ανάλογες καταστάσεις στην Ελλάδα· υπάρχει η ταξιδιωτική διάσταση, καθώς μας δίνει ωραίες περιγραφές από τα μέρη όπου ταξιδεύει, συχνά με ύφος ζωντανό και θετικά νευρικό. Μάλιστα, έχε φανεί από νωρίς πως είναι ικανότατος στις ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις και στην ταξιδιωτική λογοτεχνία (αρκεί να θυμηθούμε πως έχει ολόκληρη σειρά από βιβλία-παρουσιάσεις χωρών στις οποίες βρέθηκε και κατέγραψε τα ήθη και έθιμά τους). Ακόμη είναι έκδηλη η φιλοσοφική διάσταση στη γραφή του, καθώς σε πολλές επιστολές θα δούμε να διατυπώνει φράσεις και έννοιες, οι οποίες θα αποτελέσουν κεντρικά αποσπάσματα στην Ασκητική, το λυρικό του «Πιστεύω». Ωστόσο, η διάσταση των επιστολών, την οποία θέλω να παρουσιάσω, είναι η ερωτική. Αυτό γιατί, μελετώντας τις επιστολές σε αναζήτηση αναφορών σε φιλοσοφικές ιδέες, βρέθηκα μπροστά σε έναν πολύ τρυφερό Καζαντζάκη, πολύ προσωπικό και μοναδικά ανοιχτό ως προς τα συναισθήματά του. Είναι σίγουρο πως στο σύνολο των επιστολών, τις οποίες αντάλλαξε με φίλους του, όπως τον Παντελή Πρεβελάκη, είναι εκδηλωτικός ως προς τις σκέψεις του. Κανείς δεν μπορεί να τον χαρακτηρίσει αλλιώς, παρά αληθινά εκδηλωτικό άνθρωπο. Ωστόσο, οι επιστολές στην πρώτη του γυναίκα είναι μοναδική ευκαιρία για τους αναγνώστες να κοιτάξουν βαθύτερα στην ερωτική ψυχοσύνθεση του Καζαντζάκη και να δουν πως ούτε ανέραστος ήταν ούτε ήθελε να απέχει από μια φυσιολογική πραγματικότητα. Αντιθέτως, είναι πολύ ζωντανός και μάλιστα, παρότι δεν επιθυμούσε να θεωρεί τον εαυτό του ποιητή, κατάφερε να παρουσιάσει ορισμένες ιδιαίτερα ποιητικές σκέψεις.

Συνδετικό στοιχείο της συμβίωσης του Καζαντζάκη και της Γαλάτειας φαίνεται να είναι μια μορφή αγάπης κι αλληλοσεβασμού, αλλά και μια μορφή συνήθειας, η οποία δημιουργήθηκε μετά από κάποια χρόνια συμβίωσης. Καθότι ζουν χωριστά και μακριά -ο μεν ζει στο Βερολίνο, ταξιδεύοντας παράλληλα στην Ευρώπη, η δε ζει στην Αθήνα- αποζητούν την επικοινωνία. Αλληλογραφούν τόσο για τα τυπικά της καθημερινότητάς τους, όσο και για να ανταλλάξουν ιδέες για συγγραφή βιβλίων με θέματα, τα οποία απασχολούσαν και τους δύο, δηλαδή σχολικά εκπαιδευτικά εγχειρίδια. Η Γαλάτεια έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για τα παιδιά και αφιέρωσε σημαντικό μέρος της συγγραφικής της δραστηριότητας στα παιδικά βιβλία, με σκοπό αυτά να διδαχθούν κάποια στιγμή στα σχολεία. Ο δε Καζαντζάκης επιθυμούσε να υπάρχει ξεκάθαρη ιδεολογική κατεύθυνση στη συγγραφή των παιδικών βιβλίων, επηρεασμένος και από το επαναστατικό περιβάλλον της Ευρώπης, αλλά και από την ιδιοσυγκρασία της γυναίκας του, την οποία συχνά αποκαλούσε πιο επαναστάτρια από τον ίδιο. Ετσι, η ανταλλαγή απόψεων για τα βιβλία ήταν ένα συχνό μοτίβο και βασικός λόγος επικοινωνίας, καθώς υπήρχε κοινό έδαφος.

Σε όλες τις επιστολές σε φίλους και αγαπημένους, ο Καζαντζάκης προσθέτει έναν ιδιαίτερό του χαιρετισμό, δείγμα εγκάρδιας εκτίμησης προς τον συνομιλητή του. Στις επιστολές του προς τη Γαλάτεια δεν χάνει ευκαιρία να της εκφράζει τα αισθήματα βαθιάς αγάπης για το πρόσωπό της, αλλά και το αίσθημα έλλειψης που του προκαλεί η εξ αποστάσεως συμβίωσή τους. Πρέπει να ταξιδεύει, προκειμένου να γράφει ανταποκρίσεις για περιοδικά και εφημερίδες και έτσι να κερδίζει τα προς το ζην. Η Γαλάτεια από την άλλη μένει πίσω για να συνεχίσει τη συγγραφική της δραστηριότητα. Ετσι, υπάρχουν πλήθος οι αναφορές στο πόσο μόνος νιώθει, ειδικά αφού δεν έχει κάποιον γνωστό στα ξένα ώστε να συνομιλεί και να ακούει μια ανθρώπινη φωνή («Τώρα έχω μήνες να γελάσω, να μιλήσω, πάω κι έρχομαι μοναχός, σαν το ρινόκερο στο δάσος.»). Σε πολλές επιστολές επισημαίνει πως η Γαλάτεια ξεχνά να του απαντά στα γράμματα και καθυστερεί, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να περνάει μεγάλο διάστημα ανάμεσα στα γράμματα που ανταλλάσουν. Κάποιες λίγες φορές γράφει ότι από τη λύπη του που τον ξεχνάει και άλλες φορές τον μαλώνει γιατί διαφωνεί με κάποιες ιδέες του δακρύζει και συγκινείται («Θυμίσου με μέ καλωσύνη, πίστεψε για μια στιγμή πώς είμαι καλύτερος απ’ ό,τι στις νευρικές σου στιγμές νομίζεις, αγάπησέ με λίγο, έτσι απλά, χωρίς κριτική, χωρίς νευρικότητα, με έλεος.»). Σε αυτές τις επιστολές, ακόμη και αν δεν υπάρχουν τα δάκρυα τυπωμένα πάνω στο χαρτί, μπορούμε να τα φανταστούμε να γεμίζουν τα κενά σημεία της σελίδας, κάνοντας ακόμη πιο δραματικό το ύφος («αγαπημένη μου γυναίκα, δεν έχω άλλον στον κόσμο από σένα. Τη στιγμή τούτη τα μάτια μου θολώνουν απ’ τα δάκρυα-δάκρυα αγάπης, θλίψης και περηφάνειας γιατί μού δωκε ο Θεός να οδεύω μαζί σου.»). Περίπου στο ένα τρίτο των επιστολών ο Καζαντζάκης ζητάει από τη Γαλάτεια να μην τον ξεχνάει («Μη με ξεχνάς… γιατί πάντα είσαι μαζί μου», «Σε θυμούμαι κάθε στιγμή», «Γράφε μου , γράφε μου», «Θέ μου, πόσο καιρό έχεις να μου μιλήσεις! Εγώ πάντα σου γράφω τεράστια γράμματα· εσύ, δυό λέξεις») και να του γράφει, καθώς δεν έχει άλλον άνθρωπο στον κόσμο να τον καταλαβαίνει («Θαρρώ πως η μόνη μου ελπίδα στη φοβερή μου αυτή ζωή είναι να ξέρω πως με νιώθεις και πώς σε θυμούμαι και σ’ αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο.»). Ωστόσο, αυτό ισχύει μόνο σε ένα σημείο και σίγουρα το έγραφε λόγο της μεγάλης του αγάπης, παραμερίζοντας τη λογική.

Δίχως άλλο, ο Καζαντζάκης ήταν ένας ασκητής, παραδομένος στις ιδέες του και αναζητώντας τρόπο εφαρμογής τους. Ενας μεταφυσικός αναζητητής και άνθρωπος βαθιά σκεπτόμενος. Η Γαλάτεια ήταν γυναίκα πολύ προσγειωμένη, φλογερή και με καθαρό μυαλό, το οποίο έδινε προβάδισμα σε μια υλιστική αρχή της ζωής, σε πλήρη αντίθεση με τον Καζαντζάκη, ο οποίος με κάθε δυνατό τρόπο ασκεί κριτική στην κυριαρχία του υλισμού στη ζωή. Ο τελευταίος εμφορούνταν από αντιλήψεις προχωρημένες για την εποχή του σχετικά με τη συμβίωση δύο ανθρώπων και τον μεταξύ τους γάμο. Ετσι, αφότου ο Νίκος και η Γαλάτεια γνωρίστηκαν και ερωτεύθηκαν, πέρασαν χρόνια μέχρι να παντρευτούν και αυτό, παρότι φαινόταν φυσιολογικό στον Καζαντζάκη, δημιούργησε τρομερό αίσθημα ανασφάλειας στη Γαλάτεια, με αποτέλεσμα να ψυχρανθεί απέναντί του («Μου λές πως νιώθεις πως είμαι τώρα πολύ μακριά σου. Στον κόσμο εγώ κανέναν άλλο δεν αγαπώ από σένα.»). Ετσι κατέληξαν δυο άνθρωποι, τους οποίους ένωσαν οι Μούσες και οι τολμηρές ιδέες. Ο Καζαντζάκης ωστόσο δεν μπορεί να καταλάβει πάντοτε τη συμπεριφορά της Γαλάτειάς του, καθώς φαίνεται να του ζητάει να αλλάξει για χάρη της. Ο Νίκος, όντας ψυχή ευγενική, της αποκρίνεται θετικά, αλλά παράλληλα παραπονιέται γιατί του μιλάει απότομα.

Είναι πολλές οι φορές που της ζητάει να τον επισκεφθεί για λίγο διάστημα, καθώς αυτό θα τον γεμίσει χαρά, τη μόνη χαρά που μπορεί να έχει στη δύσκολη καθημερινότητά του («Με τι χαρά συλλογούμαι τη στιγμή που θα σε ξαναδώ! Η αιώνια ιστορία της ζωής μου!», «λαχταρώ την ώρα που θα ανταμώσωμε πάλι.»). Ορισμένες πάλι ποιητικές στιγμές του Καζαντζάκη φωτίζουν τις σελίδες των επιστολών, εν μέσω τω δύσκολων στιγμών που περνούν: «είσαι η μόνη ατομική υπόσταση που με συγκινεί έως θανάτου», «Δεν ξεχωρίζω πατέρα ή αδερφή… μόνο εσένα ξεχωρίζω και θα’ θελα να μπορούσα όλη τούτη τη μάταιη, άθλια, ακατανόητη στιγμή να την κάμω αθάνατη. Το πρόσωπό σου θα’ θελα πάντα να βλέπω, αιώνια να μη χαθεί από τα μάτια μου όλη η δύναμη, η ζωή, ο έρωτας του προσώπου σου. Είσαι το μόνο άγιο πρόσωπο μέσα στο χάος του Θεού. Δεν ξέρω πώς να λέω λόγια τρυφερά, δεν ξέρω πώς να σου μιλήσω για να νιώσεις, για μια στιγμή, πόσο σ’ αγαπώ.», «τόσο πεθυμώ να μου γράφεις ταχτικά! Εγώ δεν έχω άλλη χαρά.». Αλλοτε νομίζουμε πως συναισθάνεται τη Γαλάτεια, βιώνει όσα βιώνει η ίδια και μάλιστα σε πολλαπλάσιο βαθμό. Δεν κρύβει πως χαίρεται με τη χαρά της και σχεδόν πενθεί με τη λύπη της («Από τη στιγμή που έλαβα την κάρτα σου είμαι ανήσυχος, δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Πόνεσε πάλι το στομάχι σου, κουράστηκες, τι έχεις; Σε παρακαλώ, ας είναι και μια λέξη, γράφε μου. Τίποτε άλλο σήμερα δεν μπορώ να σκεφτώ…»). Πιάνεται από το παραμικρό στοιχείο προκειμένου να της γράψει πόσο την αγαπάει («είδα με χαρά το πρόσωπό σου στα κύματα, στις φωτογραφίες που μού’ στειλε ο … Πόσο ένιωθα τη χαρά σου, έτσι, στον ήλιο και στο νερό που ήσουν!»). Μα πάλι θα επέλθει η αποξένωση, καθώς όλο και πιο συχνά της ζητάει να του γράφει, ακριβώς εκεί που της γράφει πως «θυσιάζω όλη μου τη χαρά να’ μαι μαζί σου» («Γράφε μου ταχτικά και λεπτομέρειες απ’ τη ζωή σου… τι χαρές, τι πίκρες… Ποτέ δε μου γράφεις.», «Αν κάποτε σου λέω παράπονα είναι γιατί σ’ αγαπώ και σ’ εχτιμώ τόσο ώστε η πιο μικρή σου αδιαφορία με γιομίζει αγωνία και παράπονο. Πώς να σου το πω, πώς να κάμω για να σου δείξω πώς για μένα… μόνο εσύ;».

Η διάσταση των απόψεων ανάμεσα στους δύο φαίνεται σε πολλές απαντητικές επιστολές του Καζαντζάκη, ειδικά όταν γράφει: «Σου γράφω, σου γράφω, η καρδιά μου πνίγεται και ξέρω πως όλα μου τούτα τα λόγια θα τα δεχτείς σαν αφηρημένες θεωρίες ενός νου… Μεγαλύτερη θλίψη δεν έχω. Απ’ όλο τον κόσμο εσύ μονάχα ήθελα να με πιστεύεις και να δέχεσαι τα λόγια μου όπως βγαίνουν από το στήθος μου. Και ακριβώς εσύ ποτέ δεν πίστεψες στην ειλικρίνεια του πόνου μου.». Παρόλα αυτά, δεν χάνει την ψυχραιμία του και πάντοτε παραμένει ο λογοτέχνης με την ευγενική καρδιά και την υψηλή σκέψη. Την έχει πάντα στην καρδιά του, είναι αφοσιωμένος σε αυτήν και συνήθης τρόπος κλεισίματος των επιστολών του είναι: «Πάντα, πάντα δικός σου». Δεν έχουμε συνηθίσει τον Καζαντζάκη σε τόσο συναισθηματικό τρόπο γραφής, καθώς η ακριβής απόδοση των φιλοσοφικών του ιδεών βρίσκονται σε πρώτη και κυρίαρχη θέση στη γραφή του. Ωστόσο είναι ιδιαίτερα θετικό που έχουμε ένα δείγμα και αυτής της διάστασης ενός συγγραφέα, ο οποίος είναι τόσο φιλόσοφος, όσο και λογοτέχνης υψηλής υφής.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]