Η Γκουέντολυν Μπέννετ (Gwendolyn Bennett, 1902-1981), υπήρξε ποιήτρια, συγγραφέας διηγημάτων, αρθρογράφος, δημοσιογράφος, εικονογράφος, γραφίστρια, και εκπαιδευτικός. Ταυτόχρονα υπήρξε μια από τις πλέον εξέχουσες και ευέλικτες μορφές που, στη δεκαετία του 1920, έλαβαν ενεργό μέρος σε εκείνο το μαύρο κίνημα που έμεινε γνωστό ως η ‘Αναγέννηση του Χάρλεμ’, ενώ αργότερα στη δεκαετία του 1930, στη Συντεχνία των Καλλιτεχνών του Χάρλεμ. Αν και ποτέ δεν δημοσίευσε την ποίησή της αυτοτελώς σε βιβλίο, ούτε δημιούργησε κάποια συλλογή διηγημάτων, η Γκουέντολυν Μπέννετ, τελικά, αναγνωρίστηκε ως μια πολύπλευρη καλλιτεχνική μορφή. Διχασμένη ανάμεσα στη φιλοδοξία της να εργαστεί ως γραφίστρια και την επιθυμία της να εξελιχτεί σε ικανή συγγραφέα, χρησιμοποιώντας ως μέσο είτε την ποίηση ή την πεζογραφία, διατήρησε το προφίλ ενός ακτιβιστή τεχνών στην αφροαμερικανική κοινότητα της Νέας Υόρκης για πάνω από είκοσι χρόνια.

Ωστόσο, η περίοδος των πέντε ετών που εκτείνεται στο χρονικό διάστημα 1923-1928, αποδείχθηκε η πιο παραγωγική ως συγγραφέας. Ήταν τότε, μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα, που ο James Weldon Johnson, αναγνώρισε την Μπέννετ ως μια λυρική ποιήτρια. Γεννήθηκε στο Giddings του Τέξας, και έζησε μια μάλλον νομαδική παιδική ηλικία πριν ο πατέρα της, Joshua Robbin Bennett, αποφασίσει να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Η Μπέννετ ολοκληρώνοντας τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της, είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στην λογοτεχνία και το πρόγραμμα που αφορούσε τις τέχνες του σχολείου της. Με την αποφοίτησή της, το 1921, άρχισε και η δική της ενηλικίωση, ακριβώς την εποχή που ερχόταν στο προσκήνιο, η περιβόητη ‘Αναγέννηση του Χάρλεμ’. Προσπαθώντας να παραμείνει πιστή στις δύο αγάπες της, η Μπέννετ άρχισε μαθήματα στο Τμήμα Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, και στη συνέχεια αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Πρατ, το 1924.

Παράλληλα με τις σπουδές ζωγραφικής και γραφιστικής στο Πρατ, άρχισε να επιδιώκει καλλιτεχνικές συνεργασίες με τα δύο μεγάλα και σημαντικά αφροαμερικανικά περιοδικά ευρείας αποδοχής της εποχής της, το ‘Crisis’ όργανο της NAACP, δηλαδή της Εθνικής Ένωσης για την Πρόοδο των Εγχρώμων Ατόμων (NAACP, The National Association for the Advancement of Colored People) που εκδίδεται ανελλιπώς από το 1910, και το ‘Opportunity’ (1923-1949). Τα ξεχωριστά και διαπρεπή χρόνια της Μπέννετ, ήταν από το 1923 έως το 1925. Το περιοδικό ‘Crisis’ φιλοξένησε ένα δικό της εξώφυλλο, ενώ το 1923, δημοσιεύτηκε το ποίημά της ‘Κληρονομιά’ (Heritage), στο ‘Opportunity’. Τόσο η ‘Κληρονομιά’, με αναφορές στις μικρές νέγρες που χόρευαν γύρω από τις ειδωλολατρικές φωτιές, και το ‘Προς εμάς’ (To Usward) με τις πολλές αφροαμερικανικές παραπομπές, εικόνες, μοτίβα, και διάφορα πολιτιστικά στοιχεία, έγιναν θέματα κεντρικής σημασίας για ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας και φυσικά της Αναγέννησης του Χάρλεμ. Το διάστημα 1923-1931, σε διάφορα περιοδικά της περιόδου, όπως τα Crisis, Opportunity, Palms και Gypsy, εμφανίστηκαν είκοσι δύο ποιήματα της Μπέννετ. Επιπλέον, άλλα ποιήματα παρουσιάστηκαν σε Ανθολογίες, την Επετηρίδα της Αμερικανικής Ποίησης (1927), το βιβλίο της Αμερικανικής Νέγρικης Ποίησης (1931) του James Weldon Johnson, και μερικά άλλα. Τα περισσότερα θέματα των ποιημάτων της, είχαν ως περιεχόμενο τα κοινά θέματα και μοτίβα της Αναγέννησης του Χάρλεμ, τη φυλετική υπερηφάνεια, την εκ νέου ανακάλυψη της Αφρικής, την αναγνώριση της μαύρης μουσικής και του χορού, κι ακόμα κάποιους ρομαντικούς στίχους που αντανακλούσαν προσωπικά της θέματα και καταστάσεις. Την ίδια περίοδο άρχισε να συνδέεται με την ομάδα των νεότερων συγγραφέων και καλλιτεχνών του κύκλου του Χάρλεμ. Σε κείνη την ομάδα ανήκαν, οι Langston Hughes, Countee Cullen, Eric Walrond, Helene Johnson, Wallace Thurman, Richard Bruce Nugent, Rudolph Fisher, και Zora Neale Hurston. Αυτοί οι νέοι καλλιτέχνες υποστήριζαν και ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο και όλοι ενθαρρύνονταν στις προσδοκίες τους από τους μεγαλύτερους και καθιερωμένους συγγραφείς και προσωπικότητες, όπως οι W E. B. Du Bois, Charles S. Johnson, James Weldon Johnson, κ.α. Σε μια συνέντευξή της, του 1979, η Μπέννετ σημείωνε ότι ήταν ευχαρίστηση εάν ήσουνα μέρος αυτής της ομάδας, ζώντας συναρπαστικές στιγμές. Διατήρησε τις διασυνδέσεις της κι όταν πήγε να διδάξει τέχνη στο Πανεπιστήμιο Χάουαρντ, στην Ουάσιγκτον, το 1924, κι ακόμα όταν σπούδαζε τέχνες στο Παρίσι (1925-1926), με επιστολές στους Hughes και Cullen. Επιστρέφοντας στο Χάρλεμ το 1926, η Μπέννετ μαζί με τους Hughes, Thurman, Nugent, και μερικούς άλλους, σχημάτισαν τη συντακτική επιτροπή της ‘Φωτιάς’ (Fire), ένα τριμηνιαίο περιοδικό που δημιουργήθηκε για να εξυπηρετήσει τους νεότερους κυρίως αφροαμερικανούς καλλιτέχνες.
Παρά την επιστροφή της στο Χάουαρντ (1927-1928), η Μπέννετ συνέχισε να αρθρογραφεί με λογοτεχνικά θέματα, στην ‘Opportunity’, για σχεδόν δύο χρόνια. Ωστόσο, παρά την εμφανή προτίμησή της για την ποίηση και την πεζογραφία, ποτέ δεν αφιέρωσε όλη την προσοχή της αποκλειστικά στο γράψιμο. Παντρεύτηκε τον Alfred Jackson το 1928, αλλά αυτός πέθανε το 1936. Η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, τροποποίησε ουσιαστικά το τοπίο των τεχνών μέσα στο οποίο μετακινούταν η Γκουέντολυν Μπέννετ. Η νέα εποχή προκάλεσε μετατόπιση στην καλλιτεχνική της ευαισθησία, από την προσωπική ποίηση προς την δημόσια υποστήριξη των τεχνών και των καλλιτεχνών της μαύρης κοινότητας. Εντάχθηκε στη Συντεχνία Καλλιτεχνών του Χάρλεμ, ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία, υπηρέτησε στο διοικητικό συμβούλιο της Συντεχνίας των Νέγρων Συγγραφέων, καθώς και σε άλλες ανάλογες θέσεις.

Κάπου στα 1927, η Γκουέντολυν Μπέννετ (1902-1981), φέρνει στην επικαιρότητα ένα ποίημα που έχει ως επίκεντρο ένα μαύρο κορίτσι, κυριολεκτικός ύμνος στη μαύρη γυναικεία αισθητική. Αλλά αν η αφηγήτρια του ποιήματος ασχολείται με τις συνήθεις καταστάσεις που βίωσαν και βιώνουν ακόμα οι αφροαμερικανοί και η φυλή τους, ίσως τελικά καταφέρνει να μας δείξει ότι θα μπορούσε να είναι και η ίδια το υποκείμενο της συγκεκριμένης ιστορίας. Πέρα από τις διάφορες ιστορικές αναφορές, όμως, το ποίημα αποπνέει μια αίσθηση ώθησης προς την πλευρά της αναγέννησης της γνωστής, τότε, ποιητικής φόρμας.

Σ’ ένα μαύρο κορίτσι (To a Dark Girl)

Σ’ αγαπώ για τη μελαψότητά σου
Και τη στρογγυλεμένη μαυράδα του στήθους σου
Σ’ αγαπώ για τη θρυμματισμένη θλίψη στη φωνή σου
Και τις σκιές που ξεκουράζονται τα καπριτσιόζικα βλέφαρά σου.

Κάτι από τις παλιές ξεχασμένες βασίλισσες
Παραμονεύει στη χαριτωμένη εγκατάλειψη του βήματός σου
Και κάτι από τους αλυσοδεμένους σκλάβους
Λυγμούς στο ρυθμό της μιλιάς σου

Ω, μικρό μαύρο κορίτσι, που γεννήθηκες για λύπη στο ταίρι σου
Κράτησε όλη τη μεγαλοπρέπεια που έχεις
Ξεχνώντας ότι κάποτε ήσουνα σκλάβα
Και άσε τα μεστά χείλη σου να γελάσουν με Τύχη!

Η ΓκουέντολυνΜπέννετ ήταν μια από τις λίγες γυναικείες ποιητικές φωνές της Αναγέννησης του Χάρλεμ. Κατά τη γνώμη πολλών, το ποίημα μιλά για τη φυλετική ανισότητα που συνέβαινε κατά τη διάρκεια της εποχής της. Αποκαλώντας το κορίτσι ‘μαύρο’, και χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις και στο τίτλο του ποιήματος, είναι σαν να μην ντρέπεται για το χρώμα του δέρματος της. Δείχνει ακόμα να μην φοβάται την κληρονομιά της, ή τις μαύρες ρίζες της, να είναι ευτυχής για το μέρος από το οποίο κατάγονται οι πρόγονοί της, την μακραίωνα πορεία τους μέσα από τη δουλεία και γενικώς όλες τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος τους. Η αφηγήτρια λέει ότι στο παρελθόν, οι μαύροι άνθρωποι βρίσκονταν σε μεγάλη υπόληψη και ζούσαν σαν βασιλιάδες, αλλά τώρα όλα αυτά είναι ξεχασμένα και μακρινό παρελθόν, αφού βρίσκονται στο κάτω μέρος της ιστορίας, κάπως σαν αλυσοδεμένοι σκλάβοι.

Η προτίμηση της νύχτας αντί της μέρας στα ποιητικά κείμενα των μαύρων ποιητριών, εκφράζεται αρκετά συχνά και με ποικιλία στίχων και εννοιών. Ένας λόγος γι’ αυτό, είναι για να επιβεβαιώσουν την υπεροχή του μαύρου χρώματος έναντι του λευκού. Πιο ήσυχη, πιο ήρεμη, λιγότερο δραματική απ’ ότι η πολύβουη μέρα, το βράδυ παρουσιάζεται σαν μια ουσιαστική δύναμη για ζωή, με τη θηλυκότητα και τη μαύρη ομορφιά σε πρώτο πλάνο. Το παρακάτω ποίημα της Γκουέντολυν Μπέννετ, ανακαλύπτει άλλη μια πτυχή της χρησιμότητας της νύχτας στην εικόνα των μαύρων γυναικών. Είναι αυτή που φέρνει πάνω από το πρόσωπό της, ένα πέπλο που λαμπυρίζει όμορφα καθώς επιπλέει στη δροσιά της νύχτας… Αν και η νύχτα σκεπάζεται με πέπλο μυστηρίου, εν τούτοις ξεφεύγουν και κάποιες παραμορφωμένες και αρνητικές εικόνες, και δεν παύει να αποτελεί μια παρατεταμένη χρονική περίοδο που προσφέρει την απαραίτητη ανακούφιση από τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης.

Τα φώτα του δρόμου στις αρχές της άνοιξης
(Street Lamps in Early Spring)

Η νύχτα φοράει ένα μανδύα
Όλος βελούδινος μαλακός, όλος μωβ μπλε …
Και πάνω από το πρόσωπό της, φέρνει ένα πέπλο
Καθώς λαμπυρίζει όμορφα όπως επιπλέει δροσερά…
Κι’ εδώ κι’ εκεί
Στα μαύρα της μαλλιά
Τα λεπτά χέρια της Νύχτας
Κουνιούνται αργά με το στολισμένο με τ’ αστέρια φως τους.

Πράγματι, η νύχτα έχει μια επίμονη παρουσία στην αφροαμερικάνικη ποίηση ως σημείο αναφοράς για τη μαύρη νομιμοποίηση, όπως για παράδειγμα στο ποίημα ‘Ο νέγρος’ (Negro) του Λάνγκστον Χιουζ, όπου εκείνος μας εκμυστηρεύεται ότι ,
‘Είμαι νέγρος:/Μαύρος όπως κι η νύχτα,/ Μαύρος σαν τα βάθη της Αφρικής μου…’.
(I am a Negro: / Black as the night is black, / Black like the depths of my Africa).

Όμως η νύχτα έχει μια ειδική ευτυχία για τις γυναίκες συγγραφείς, αυτό που η Μπέννετ εκμεταλλεύεται εδώ πλήρως. Η νύχτα είναι μεγαλύτερη από τη ζωή, αλλά ταυτόχρονα φέρει πέπλο, δεν είναι διαθέσιμη για τα αδιάκριτα μάτια, παρά μόνο για εκείνα του ήρεμου φεγγαριού. Εκεί όπου μπορούν να στοχαστούν και να συλλάβουν το βαθύτερο νόημα του ευρύτερου κόσμου του λευκού καπιταλισμού. Σε αντίθεση με κάποια άλλα ποιήματα αφροαμερικανών ποιητών, ετούτο της Γκουέντολυν Μπέννετ, δεν ενδιαφέρεται κι ούτε προχωράει μέχρι το πρωί.
‘Αχ, τι με νοιάζει για το πρωί…’, λέει η επίσης μαύρη ποιήτρια Helene Johnson (1906-1995) στο ποίημα ‘What do I care for Morning’, αραδιάζοντας τα πλεονεκτήματα της δικής της νύχτας. Υποστηρίζοντας σε γενικές γραμμές τα ανώτερα αξιοθέατα της νύχτας, συγκριτικά με εκείνα κατά τη διάρκεια της ημέρας, τελειώνει με μια αρκετά ακριβή αναφορά των δυνατοτήτων που της προσφέρει. Το πρωί για τους αφροαμερικανούς ποιητές δεν έχει κανένα ίχνος πολιτισμού στο ενεργητικό του, αφού τους φέρνει στην δύσκολη καθημερινή πραγματικότητα, μόνο την ωμή και ακατέργαστη φύση, την οποία όμως σε τελική ανάλυση προσπαθεί να αποφύγει και να αφήσει ανέγγιχτη ετούτη η λυρική ποίηση.
Στο αμέσως επόμενο ποίημα, η Γκουέντολυν Μπέννετ μας μιλάει για την Αφρική και δίνει πολλές εικόνες του πως θα μπορούσε να είναι η ζωή της, εάν βρισκόταν εκεί. Στην αρχή αναφέρει κάποιες γαλήνιες περιγραφές, όπως τα φοινικόδεντρα και τα μικρά κορίτσια που παίζουν, ενώ το ηλιοβασίλεμα βρίσκεται καθ’ οδόν. Η Αφρική απεικονίζεται σαν ένα υπέροχο και ήσυχο μέρος που πολύ θα ήθελε η ποιήτρια να βρίσκεται. Συνεχίζει με μερικές από τις εμπειρίες που θα είχε εάν βρισκόταν η ίδια πέρα μακριά στην Αφρική, όπως τραγουδώντας στο φεγγάρι και φωνάζοντας γύρω από μια φωτιά. Κατά κάποιο τρόπο είναι σαν να τραβιέται πίσω στο παρελθόν της και να επιθυμεί σφόδρα να ενσωματωθεί σε αυτό, να αποτελέσει ένα αναπόσπαστο μέρος της υπερήφανης κληρονομιάς της. Ένα άλλο μέρος αυτού του ποιήματος που ξεχωρίζει, είναι ο τρόπος που μιλά για λογαριασμό των αφρικανικών λαών. Στην αρχή αναφέρεται σε αυτούς χρησιμοποιώντας τη λέξη ‘μαύρος’, αλλά η επόμενη αναφορά της είναι ‘μια παράξενη μαύρη φυλή’. Στο ποίημα φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι λευκοί καταπιέζουν τους Αφροαμερικανούς και τους θεωρούν κατώτερη τάξη, μια φυλή με ‘λυπημένες ψυχές’.

Κληρονομιά (Heritage)

Θέλω να δω τους λεπτούς φοίνικες,
Που τραβάνε κατά τα σύννεφα
Με λίγο μυτερά δάχτυλα ….

Θέλω να δω λυγερά Μαύρα κορίτσια,
Χαραγμένα σκοτεινά ενάντια στον ουρανό
Καθώς το ηλιοβασίλεμα αργοπορεί.

Θέλω να ακούσω τη σιωπηλή άμμο,
Τραγουδώντας στο φεγγάρι
Μπροστά απ’ την ακίνητη όψη της Σφίγγας…

Θέλω να ακούσω την ψαλμωδία
Γύρω από μια ειδωλολατρική φωτιά
Από μια παράξενη μαύρη φυλή.

Θέλω να αναπνεύσω το λουλούδι του Λωτού,
Αναστενάζοντας στ’ αστέρια
Με ψαλίδες φυτών πίνοντας στο Νείλο ….

Θέλω να αισθανθώ το μεγάλωμα
Της ψυχής των λυπημένων ανθρώπων μου
Κρυμμένο από το χαμόγελο του μαύρου ραψωδού.