frear

Μελαγχολική αρμονία – του Χρήστου Βασματζίδη

Η μελαγχολία της αντίστασης
Laszlo Krasznahorkai
Εκδόσεις Πόλις 2016
Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Ο Γκιόργκι Έστερ, πρώην διευθυντής Ωδείου, ζει απομονωμένος στο σπίτι του στην λεωφόρο Βενκχάιμ μιας παράξενης και γκρίζας πόλης. Ο Έστερ έχει μάθει να ζει στην απόλυτη σιγουριά της μουσικής και της αρμονίας που αυτή προσφέρει. Πιστός οπαδός του «πυθαγόρειου συγκερασμού» και θαυμαστής του Αριστόξενου, μαθητή του Αριστοτέλη και υποψήφιου να αναλάβει την Ακαδημία, δεν διανοούνταν ποτέ ότι ο τυφλός χορδιστής του Ωδείου του, θα μπορούσε να καταργήσει κατά τη διάρκεια του χορδίσματος ενός πιάνου, κάποιους παλμούς από μία πέμπτη, προκειμένου να συμβαδίσει στο αρμονικό σύμπαν της συγχορδίας στην οποία περιέχεται. Οι «καθαρές πέμπτες» όμως του πυθαγόρειου συστήματος χορδίσματος, απέδιδαν λανθασμένα ακουστικά δεδομένα. Ο κόσμος της αρμονίας του Γκιόργκι Έστερ, δεν ήταν τόσο καθαρός, τόσο «πλατωνικός». Άλλωστε όπως λένε οι ειδικοί, με το πυθαγόρειο σύστημα οι «μεγάλες τρίτες» δεν ακούγονται πολύ ευχάριστα, ενώ υπάρχει μια άσχημη «πέμπτη» η λεγόμενη του «λύκου». Ο Αντρέας Βερκμάιστερ, στα μέσα του 17ου αιώνα, «κόντυνε» κάπως τις «πέμπτες», ώστε τα ημιτόνια της οκτάβας να είναι ισομερώς συγκερασμένα. Πρόκειται για τις αρμονίες του Βερκμάιστερ, όπως τιτλοφορείται το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος του László Krasznahorkai Η μελαγχολία της αντίστασης.

Ο Έστερ μετά τις παραπάνω μελέτες και έρευνες, άρχισε να θέτει ερωτήματα γύρω από τη βεβαιότητα της ύπαρξης ενός αρμονικού σύμπαντος. «Ο κόσμος» λέει, «είναι μόνο αδιαφορία και πικρές καμπές, τα πολύ ανομοιογενή συστατικά του μέρη διαλύονται, και ο πάταγος είναι πολύ μεγάλος, σφυροκόπημα, στριγκλίσματα, καμπανάκια συναγερμού και μόχθου, τίποτε άλλο, αυτό είναι το μόνο πράγμα που είμαστε σε θέση να διαβεβαιώσουμε».

Απομονωμένος και σχεδόν κλινήρης, συνειδητά σε κατάσταση ασκητείας, αφού γι’ αυτόν ο κόσμος ήταν μία πλήρης αποτυχία, αποστρεφόμενος την εξωστρεφή βλακεία των συμπολιτών του, αφοριστικός και απελπισμένος, ζει χωριστά από τη σύζυγό του την κ. Έστερ, μην αντέχοντας την «νοσηρή της δίψα για εξουσία», την «εξουθενωτική βλακεία», την «κόλαση χυδαιότητας και την έλλειψη ευαισθησίας». Σ’ αυτό το σύμπαν του δωματίου του, βρίσκεται ξαπλωμένος με τις μελέτες και τις παρτιτούρες, με τον Ιωάννη Σεβαστιανό, ανέλπιδος, χωρίς καμία διάθεση για δράση, εγκλωβισμένος ο ίδιος στην μόνη αρμονία που μπορεί να ανεχτεί, αυτήν της παραίτησης. Κοντά του βρίσκεται ο φίλος και μοναδικός επισκέπτης αυτού του παράξενου χώρου, ο Γιάνος Βάλουσκα. Ο αλαφροϊσκιωτος αυτής της πόλης, ο άνθρωπος με τα λαμπερά μάτια, που έβλεπε πάντοτε τον ουρανό, αυτόφωτος ο ίδιος, με μια ρέουσα ποιότητα από ανεξήγητα αγγελικά στοιχεία που δεν ταιριάζουν με τη χαμέρπεια του κόσμου τούτου.

Ο Βάλουσκα, είναι ένας μεταμοντέρνος πρίγκηπας Μίσκιν, ένα σύμβολο αγαθότητας, που παρά τα επανειλημμένα πειράγματα, εξακολουθούσε στα φτηνά καφενεία της πόλης του, να σκηνοθετεί την κίνηση των πλανητών. Όχι με δεδομένα γνώσης, αλλά από μία διαίσθηση του εσωτερικού του απείρου, που ήθελε να συνταιριάξει με τα μεγάλα, τα συμπαντικά και ακέραια στοιχεία του σύνθετου κόσμου. Αυτή «η χρωματιστή κηλίδα μέσα στο αστικό τοπίο», ο περιπατητής της απ’ άκρη σ’ άκρη πόλης, μία εκδοχή ενός μπωντλερικού πλάνη (flaneur), ο Βάλουσκα, ένας ελάσσων ποιητής που γλεντά στους γάμους των συντριμμιών και των σκουπιδιών της πόλης με την αρμονία του έναστρου ουρανού, είναι το alter ego του Έστερ. Και οι δύο δέονται σ’ ένα σύμπαν πέραν του ανθρωπίνου. Αποκομμένοι από τα πορίσματα της λογικής, αφοσιωμένοι στην αντίληψη της κανονιστικής ροής των συμβάντων του κόσμου, όπου η ανθρώπινη βούληση δεν εισφέρει τίποτα. Ηθικός μηδενισμός θα μπορούσε να πει κανείς. Και όμως, αυτοί οι τόσο μικροί άνθρωποι στην αχλύ της παρατημένης πόλης, διαλέγονται με θείες δυνάμεις, αμφισβητώντας βέβαια τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος ν’ αλλάξει αυτόν τον κόσμο, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα στον εαυτό τους την αποστροφή και την αποστασιοποίηση από αυτόν. Ο Βάλουσκα κοιτά το έδαφος, αλλά και εκεί βρίσκει ουρανό, ο Έστερ στο πλαίσιο «επαναχορδίσματος» αμφισβητεί την ανθρώπινη επέμβαση στον επαναπροσδιορισμό των αρμονιών, (διακρίνουμε τη λεπτή ειρωνεία με την οποία υποδέχεται την επέμβαση του Βερκμάιστερ στο πυθαγόρειο σύστημα χορδίσματος) και τέλος και οι δύο οχυρώνονται στις δικές τους εσωτερικές αρμονίες, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Το εύθραυστο των πραγμάτων, η ματαιότητα της ερμηνείας διά της λογικής αλληλουχίας, ο παραλογισμός των ανθρωπίνων, ο ευτελισμός της πολιτικής κατάστασης, που αποτυπώνεται στους χαρακτηρισμούς του Έστερ για τη σύζυγό του, τους οδηγούν στην ιδιαίτερη εκείνη κατάσταση της προσωπικής τους προφύλαξης. Η ηθική τους εξαντλείται, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες ο καθένας, στη διαφύλαξη της εσωτερικότητας, στο κλειστό αυτό φρούριο, που για τον έναν είναι η απεραντοσύνη του ουρανού, για τον άλλο η αποστροφή προς το ανθρώπινο και η σφράγιση των παραθύρων, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι «να ατενίζει τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής, έμοιαζε με καθαρή δειλία». Όπως παλιότερα ο Μονταίνιος κλείστηκε για δέκα χρόνια στο φρούριό του με επίγνωση ότι αδυνατεί να αλλάξει τον κόσμο, προκειμένου να μην ταράζεται από τις πνιγηρές και οχλώδεις υποθέσεις του, βλέποντας το είδωλό του μέσα από μία camera obscura, έτσι και ο Βάλουσκα περπατά γύρω από την πόλη, μα δεν βλέπει την πόλη, βλέπει το σύμπαν, ακούει τις μελωδίες των αστεριών και ζει ανάμεσα στους περίεργους τύπους που είναι έτοιμοι να εξαπολύσουν το κακό, αδυνατώντας να κατανοήσει τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκεται.

Το μυθιστόρημα του Λάζλο Κρασναχορκάι ακολουθεί την παράδοση των μεγάλων μυθιστορημάτων των δημιουργών της κεντρικής Ευρώπης, όπως του Φράντς Κάφκα, του Τόμας Μαν, αλλά και του Μπέκετ, του Τόμας Μπέρνχαρντ, ακόμη και αυτής της τεράστιας ρώσικης ψυχής του Ντοστογιέφσκι. Ο Κρασναχορκάι παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα στοχασμού. Οι πόλοι του καλού και του κακού, η αναμέτρηση του ανθρώπου με τα όρια, τα μέτρα της γνώσης και της βούλησης, οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο κόσμος φτιάχνεται απ’ αυτούς και η επέμβασή τους είναι αναγκαία για τη σύνταξη του μεγάλου λεξικού της Ιστορίας και οι άνθρωποι που συγκεντρωμένοι στη μοναξιά της μυστικής τους ζωής, αφήνουν τον κόσμο να τρέχει με τους δικούς του ρυθμούς και κανόνες, με την οίηση και τον παραλογισμό του.

Ο Έστερ μετά την αναγκαστική του διαδρομή στην ερειπωμένη πόλη του, διαπιστώνει ότι «έκανε λάθος, όταν έκρινε πως το θεμέλιο της πραγματικότητας ήταν η αιώνια υποβάθμιση, αφού αυτό κατέφασκε σθεναρά στο γεγονός πως απέμεναν ακόμα θετικά πράγματα τη στιγμή που δεν υπήρχε πια τίποτα θετικό, και ο περίπατός του τον έπεισε πως δεν μπορούσε να είναι αλλιώς, και πως αυτό το τοπίο στην έσχατη εκδοχή του, δεν είχε χάσει το νόημά του, αλλά ήταν παντελώς άνευ νοήματος. Αυτός ο κόσμος (…) ήταν αιωνίως τέλειος, μια τελειότητα απαλλαγμένη από κάθε εννοιολογική σκέψη, από κάθε τάξη, εκτός από εκείνη του χάους, γι’ αυτό και το να στρέφει τα όπλα της λογικής εναντίον του, το να βομβαρδίζει νύχτα μέρα αυτό που δεν υπήρχε δεν θα υπήρχε και δεν υπήρξε ποτέ, το να κοιτάζει, να κοιτάζει, μέχρι να κάψει τα μάτια του, δεν ήταν μόνο κουραστικό αλλά και ανώφελο». Στο τέλος λέει «..θα αναθεωρήσω κάθε ελεύθερη και νηφάλια σκέψη, γιατί είναι θανάσιμη βλακεία, θα παραιτηθώ από κάθε προσφυγή στη λογική και εφεξής, θα αρκεστώ στην ανείπωτη ευτυχία της παραίτησης….όχι πια μαχητική στάση αλλά σιωπή, τέλεια σιωπή».

Μία πόλη κάπου στην παγωμένη λεκάνη των Καρπαθίων, ζωσμένη από μία ομίχλη καιρού και ψυχών. Όλοι φοβούνται για το επικείμενο, το οποίο παραμένει ανείπωτο και ανεξερεύνητο. Ανεξήγητα φαινόμενα κάνουν το χρόνο να έχει παραλύσει. Σ αυτό το τοπίο ο Κρασναχορκάι φτιάχνει μία ιστορία συνωμοσίας που ξεκινά από τη δίψα μιας υποχθόνιας γυναίκας για την εξουσία, της συζύγου του Γκιόργκι Έστερ. Μία γυναίκα γεμάτη κτηνώδη αυτοπεποίθηση που σε αντίθεση με τον Βάλουσκα και τον μουσουργό Έστερ, παίζει στις νότες της πραγματικότητας τις δικές της μελωδίες. Αυτό το τοπίο είναι ο κανόνας της. Είναι ο δικός της τρόπος δράσης εκμεταλλευόμενη την νωθρότητα και οκνηρία των συμπολιτών της. Αρχέγονο σύμβολο του επεμβατικού τρόπου προσέγγισης και διαμόρφωσης των συχνοτήτων του ρεαλιστικού κόσμου, απεχθάνεται οτιδήποτε έχει σχέση με ονειροπολήσεις, με αναζητήσεις, με το επέκεινα. Ο δικός της κόσμος έχει σύνθημα την «σκουπισμένη αυλή» και όχι την καθαρότητα των ουράνιων αρμονιών που έψαχνε ο Γκιόργκι Έστερ. Φυσικά ιδιοτελής, γνωρίζει να χρησιμοποιεί τους ανθρώπους γύρω της, σαν εργαλεία για τους τελικούς της σκοπούς, όπως τον μέθυσο αρχηγό της τοπικής αστυνομίας ή την μητέρα του Βάλουσκα την κ. Πφλάουμ. Ενορχηστρώνει με ιδιαίτερη μαεστρία πέρα από κάθε ηθικό φραγμό, το σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας, εκμεταλλευόμενη τα άγρια ένστικτα ενός ζοφερού πλήθους, που βρίσκεται σ’ αυτή την παράξενη πόλη με αφορμή ένα, υποτίθεται, ψυχαγωγικό θέαμα. Ένα παράδοξο τσίρκο, που λειτουργεί ως ένας άλλος Δούρειος Ίππος για την εγκαθίδρυση ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Ο Κρασναχορκάι κάνει υψηλή λογοτεχνία. Οι μακροπερίοδες προτάσεις, η εξακολουθητική αφήγηση με ενσωματωμένους διαλόγους, το σύμπλεγμα των σημείων στίξεως, οι εναλλαγές των χρόνων, η κατάργηση των παραγράφων και των επιμέρους κεφαλαίων, είναι ο αργαλειός και τα νήματα της ύφανσης της ιστορίας αυτής της αιώνιας πάλης. Σύμβολα και αλληγορίες επιδρούν συνειρμικά από τις εικόνες της θνητότητας, από το βλέμμα του Βάλουσκα, από τα παγωμένα σκουπίδια στους δρόμους της πόλης, από το τεράστιο κήτος, από την ιστορία της τονικότητας. Η μετάφραση του μυθιστορήματος από την Ιωάννα Αβραμίδου, η οποία απέδωσε τον χειμαρρώδη και ασθματικό λόγο του συγγραφέα σε απόλυτη συμφωνία με το θεματικό του νόημα, ώστε να επιδρά τόσο αποκαλυπτικά γοητευτικά σ’ εμάς του αναγνώστες, το λιγότερο ως επιτυχής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

Το μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι είναι βαθύτατα υπαρξιακό. Θέτει ξανά το ζήτημα της αντίστασης στη ροή του χρόνου και του χώρου, στην δημιουργία τελικά της Ιστορίας. Τη θέση (θέαση) του ανθρώπου απέναντι στα θεμελιώδη ζητήματα της μοίρας, της υποταγής και της αντίδρασης. Την αέναη πάλη του ανθρώπου με το ίδιο του το νόημα. Ή με τον ίδιο του το σκοπό, όπως έλεγαν οι παλιοί υπαρξιστές φιλόσοφοι. Δεν υπάρχει άραγε κανένα νόημα στην ύπαρξη και στην πάλη του ανθρώπου εντός της κανονιστικής ροής ενός σύμπαντος που αγνοεί την ύπαρξή μας; Ο μουσουργός Έστερ στο τέλος παραδέχεται ότι το νέο κούρδισμα προς την κατεύθυνση του Βερκμάιστερ ήταν πιο εύκολο απ’ ότι το κούρδισμα που έκανε τα τελευταία χρόνια με τη μέθοδο του σοφού Αριστόξενου. Τη στιγμή της κατάληψης της εξουσίας και του ζωτικού του χώρου από τη σύζυγό του, αδιαφορεί και χτυπά με δύναμη τις πρώτες συγχορδίες του πρελούδιου σε μι μείζονα. Γνώριζε πια ότι η αντίστασή του σε όλα αυτά ήταν μάταιη. Αρκέστηκε μόνο, στο ότι ο υπόλοιπος εαυτός του, ο Βάλουσκα, ήταν ζωντανός, αυτό το «αγγελικό στοιχείο», ενός κατά τ’ άλλα ακατανόητου και παράλογου κόσμου.

Στη μεταμοντέρνα εκδοχή του επιλόγου, που περιγράφεται η αποσύνθεση ενός οργανισμού και η απελευθέρωση ζωτικών στοιχείων, κατανοούμε την διαρκή πολεμική του Χάους και της Τάξης, που τρέφει τον κανόνα του κόσμου που μας ανήκει και του ανήκουμε.

Πλάνο από την ταινία του Μπέλα Ταρ, Οι αρμονίες του Βέρκμαϊστερ, που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι.

Το μυθιστόρημα του Λάζλο Κρασναχορκάι, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον διάσημο επίσης Ούγγρο και φίλο του συγγραφέα, τον Μπέλα Ταρ, με τίτλο Οι αρμονίες του Βέρκμαϊστερ. Η υπέροχη μουσική γράφηκε από τον ηθοποιό, συγγραφέα και συνθέτη Μιχάλι Βιγκ.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly