Η μοίρα είναι σαν νόμισμα που βρίσκει κάποιος χάμω στο δρόμο. Βρέθηκε τυχαία εκεί, μα στο χέρι του ανθρώπου είναι να το μαζέψει και να το βάλει στην τσέπη, ή ν’ αδιαφορήσει και να συνεχίσει το δρόμο του. Η μοίρα είναι μαζί τύχη κι απόφαση· δεν την ορίζεις, μα μ’ έναν τρόπο την επιλέγεις. Στο μυθιστόρημα Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ, στην αρχή της ιστορίας, όταν ο αφηγητής είναι δεκάξι χρονών παιδί στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο, πυροβολεί έναν καβαλάρη και του παίρνει το άλογο, θαρρώντας πως είναι νεκρός. Δεκαετίες αργότερα στο Παρίσι, διαβάζει τούτο το περιστατικό ειπωμένο ακριβώς, ως την τελευταία λεπτομέρεια, σ’ ένα βιβλίο γραμμένο από κάποιον Αλεξάντρ Βολφ και τον αναζητεί. Ερωτεύεται μια γυναίκα που κάποτε, δίχως ο αφηγητής να το ξέρει, υπήρξε ερωμένη του νεκρού που δεν πέθανε, γνωρίζει τον ίδιο τον Βολφ μα στο τέλος, εξαιτίας της γυναίκας αυτής, τον σκοτώνει. Η ματαιωμένη μοίρα επανέρχεται κι εκπληρώνεται στο μυθιστόρημα. Ο Γκαζντάνοφ είναι φαταλιστής. Θεωρεί πως η μοίρα δεν είναι ούτε τύχη ούτε απόφαση, μα κάτι αναπόδραστο που θα συμβεί ούτως ή άλλως, γιατί έτσι είναι προδιαγεγραμμένο. Το νόμισμα που βρίσκεις στο δρόμο είτε ήταν ανέκαθεν και θα είναι πάντα εκεί, ακόμα κι αν αδαώς το βάλεις στην τσέπη σου νομίζοντας πως μπορείς να το έχεις, είτε στην αντίθετη περίπτωση ήταν έτσι κι αλλιώς στην τσέπη σου, ως μοίρα εκ των προτέρων εκπληρωμένη, κι απλώς σε περίμενε να το βρεις. Ο πρώτος ανεκπλήρωτος θάνατος του Αλεξάντρ Βολφ στην αρχή του μυθιστορήματος είναι απόρροια βούλησης ή, έστω, ενστίκτου της επιβίωσης. Ο δεύτερος και τελεσίδικος θάνατός του, στο τέλος, είναι υποταγή στο πεπρωμένο. Η επιθυμία και η απόφαση που ωθούν τον άνθρωπο να σκύψει, να μαζέψει το νόμισμα και να το βάλει στην τσέπη, λείπουν από το Φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ. Μα, αν αυτές λείψουν, τότε δεν είναι μονάχα ο Βολφ ένα ζωντανό φάντασμα που απλώς περιμένει το θάνατό του. Τότε στην ιστορία του Γκαζντάνοφ ο αφηγητής κι όλα τα άλλα πρόσωπα είναι επίσης φαντάσματα – φασματικές παρουσίες που, χωρίς βούληση ικανή να αλλάξει ό,τι τους μέλλεται, απλώς παίζουν το στημένο παιχνίδι της ειμαρμένης.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]