Τον Κώστα Τσιρόπουλο τον συνάντησα μία και μοναδική φορά στο σπίτι της φίλης Νατάσας Κεσμέτη. Μια Κυριακή πρωί λοιπόν μετά την εκκλησία για εκείνους, κατά την ενδεκάτη πρωινή ώρα (το δεκατιανό!), μπόρεσα κι εγώ να τους συναντήσω μέσα από τα αλκόλια της προηγούμενης βραδιάς με χανγκόβερ που μ’ έκανε να τρέμω σαν το ψάρι. Χλωμός σαν το φλουρί, άλουστος, απεριποίητος και ασεβής, κάθισα να πάρω τον σκέτο ελληνικό καφέ που αγαπούσα, αν και δεν είχα το κουράγιο να τον φέρω στα χείλη: έτρεμε το χέρι μου, τα χείλη μου αδυνατούσαν να σχηματίσουν το «Ω» της απόλαυσης που συνοδεύει την κατάποση.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος συνέχιζε την κουβέντα του, κοιτώντας με επίμονα στα μάτια: «Το κακό έτσι κι αλλιώς θριαμβεύει στη ζωή μας, γιατί να το αναπαράγουμε;», κι άκουγα εγώ να συνεχίζει: «Η μόνη αντίσταση που έχουμε να πραγματοποιήσουμε είναι αυτή της καλοσύνης…». Θα μπορούσαμε να το πούμε και διαφορετικά, σκεφτόμουν από μέσα μου «κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό». Ως ποιητής έχω την απόλυτη υποχρέωση να αναγνωρίζω το καλό στους ομότεχνούς μου, απ’ όπου κι αν προέρχεται, έτσι κι αλλιώς και το καλό και το κακό θα τα σκεπάσει το ποτάμι. Η απλή φιλοσοφία ζωής του Κώστα Τσιρόπουλου (σε αντίθεση με κάποιους ποιητές της γενιάς του που είχαν χρίσει τον εαυτό τους τελώνη αιωνιότητας κι αποφάσιζαν για τα μελλούμενα της ελληνικής λογοτεχνίας, ερήμην των κειμένων), συνάντησε την προσωπική μου ευαισθησία και το αποτέλεσμα ήταν να γράψω τα ποιήματα μου εφεξής σαν να ήταν τα τελευταία ποιήματα που θα έγραφα πριν ξεκινήσω τη μέρα μου.

Ο δάσκαλος μιλάει με τις σιωπές του: μας χαρίζει τα δώρα του ακριβώς τη στιγμή που φαινομενικά δεν απευθύνεται σε εμάς, αλλά μιλάει γενικώς και αορίστως. Μας δείχνει τον δρόμο όταν δεν είμαστε σε θέση να του θέσουμε ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Όταν απαντάει από μόνος του σε αυτό στο οποίο ζητάμε απάντηση, πριν ακόμη διατυπώσουμε την ερώτηση. «Θα σας βρουν κ. Παστάκα, και θα σας αναγνωρίσουν: δεν χρειάζεται να αγωνιάτε για την επικράτησή σας. Αντί να σπαταλάτε το χρόνο σας σε δημόσιες σχέσεις, και έριδες, να τον αφιερώνετε αποκλειστικώς στα γραφτά σας: μόνον έτσι έχετε την ελπίδα να κερδίσετε προς ίδιον όφελος τον σπαταλημένο χρόνο».

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Βασίλης Δ. Γόνης.]