«Ταξιδεύοντας στο λαβύρινθο του ανθρώπινου προσώπου. Σημειώσεις»
της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου για το μυθιστόρημα
Το αυτί της Αριάδνης της Ειρήνης Σταματοπούλου

Η ανάδειξη του σημείου ρήξης του πραγματικού με το φανταστικό ως σημείου συνοχής των εαυτών του εγώ, είναι ένας βασικός άξονας του μυθιστορήματος Το αυτί της Αριάδνης της συγγραφέως Ειρήνης Σταματοπούλου. Ήδη από τις πρώτες αράδες μάς προειδοποιεί: «Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι αληθινή. Θα σας διηγηθώ τα πράγματα όπως ακριβώς συνέβησαν.»

Η συνέχεια είναι ένα φανταστικό ταξίδι στον λαβύρινθο του ανθρώπου, όπως είναι και κάθε ταξίδι στα άδυτα του νου και της ψυχής. Σε αυτές τις διαδρομές, σημεία που προσφέρονται ως φωτεινοί σηματοδότες, σε πρώτο επίπεδο, φαίνεται να είναι τα όνειρα. Ο μίτος των ονείρων αρχίζει να ξεδιπλώνεται από τον αρχαίο μύθο του θρήνου της Αριάδνης στο ομώνυμο ποίημα του Νίτσε. Ο μύθος αυτός συσχετίζεται με την αναζήτηση των προσώπων του εγώ, του προσωπικού λαβυρίνθου, μέσα από θραύσματα εαυτού, αναλαμπές των οποίων, σύμφωνα με ψυχαναλυτικές και άλλες θεωρίες, βλέπουμε στα όνειρά μας.

Οι ομόκεντρες γραμμώσεις του σχήματος του λαβυρίνθου συμβολοποιούν τη λειτουργικότητα του εγκεφάλου. Σύμφωνα με τον Νίτσε, μότο στην αρχή του μυθιστορήματος, η Αριάδνη ακούει με τα αυτιά του Διονύσου τη «στοχαστική σκέψη», μια σκέψη που αρθρώνεται εκεί όπου η ακοή προσανατολίζει κι όχι η όραση˙ στον σκοτεινό εσωτερικό μας κόσμο. Και στο μυθιστόρημα της Ειρήνης Σταματοπούλου, τα αυτιά της Αριάδνης είναι «το αυτί» της πρωταγωνίστριάς της, της Αγγελικής, που είναι και το σημείο όπου διαπλέκονται τα όνειρα όλου του κόσμου.

Πώς να μιλήσεις όμως και πώς να περιγράψεις κάποιον που βρίσκεται βαθιά μέσα σου, μέσα στο υποσυνείδητό σου, την ίδια σου την ψυχή, αναρωτιέται η περσόνα τη συγγραφέως στην αρχή του βιβλίου «Πώς να μιλήσεις για κάποιον άλλον όταν μιλάς για σένα;» Η Αγγελική, ο κεντρικός χαρακτήρας, παρουσιάζεται ως ένα άτομο που δεν μπορεί να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από τα όνειρά του, ένας γλυκός κι αθώος χαρακτήρας, που θα βάλει τους άλλους δυο ήρωες, τον Νέστορα και τον Στράτο, και εμάς τους αναγνώστες, στον μαγικό κόσμο των ονείρων. Αλλά και το ίδιο το πρόσωπο της Αγγελικής είναι λες φτιαγμένο από τα συστατικά του ονείρου. Ο Νέστορας την χαρακτηρίζει ως «πλάσμα… αλλόκοτο. Μυστικιστικό που θα έλεγε κι ο Κόλεριτζ, πανθεϊστικό που θα έλεγε κι ο Καντ, υπερεκκεντρικό ο Έμερσον, ελικοειδές ο κύριος Καρλάιλ. Γήινο και απόκοσμο, αποτρόπαιο και προσηνές.» (σ. 14). Κι ο άλλος ήρωας ο Στράτος, φωτογράφος στο επάγγελμα, τη βλέπει ως κάτι παράδοξο: «Η επιδερμίδα της ήταν λευκή και διάφανη, το στόμα ερμητικά εσωστρεφές αλλά και γενναιόδωρο… Αυτό το πλάσμα ήταν από άλλον πλανήτη.»(σ. 20). Μέχρι και ο φακός του επαγγελματία φωτογράφου Στράτου, ο οποίος «έψαχνε τη μοναδική φωτογραφία, εκείνη που θα έκλεινε μέσα της όλες τις άλλες» (σ. 199), αδυνατεί να αποτυπώσει τα ασαφή όρια μέσα στα οποία ζει η Αγγελική. Όσες φορές κι αν τη φωτογραφίζει, οι φωτογραφίες βγαίνουν θολές, «το φωτογραφικό της είδωλο είναι παντού… σαν εξαϋλωμένο» (σ. 117).

Η ρήξη των ορίων ανάμεσα σε πραγματικό και φανταστικό είναι ο κόσμος, αλλά και ο ουσιαστικός ρόλος, της Αγγελικής: «Αυτό το κορίτσι ήταν μια ιδέα από μόνο του. Μια ονειροπόληση, μια έκλαμψη αγνής και ακατέργαστης αλήθειας και η φαντασιακή ολοκάθαρη λες αντανάκλαση του υπερβατικού του εαυτού. Τριγυρνούσαν χωρίς πρόγραμμα, στόχο ή σκοπό και ένιωθε ότι έκανε το πιο σπουδαίο πράγμα του κόσμου. Ο τελικός προορισμός όλων των διανοητικών προορισμών του είχε μεταμφιεστεί σ’ αυτή την ίδια.» (σ. 81).

Το χρονικό παρόν της αφήγησης του μυθιστορήματος είναι λίγες μέρες, όσο κρατάει και το ταξίδι με το αυτοκίνητο των τριών ηρώων από το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος μέχρι την παραλία της Μεθώνης στην Πελοπόννησο. Ουσιαστικά όμως, δεν ακολουθείται η γραμμική ανάπτυξη πλοκής. Οι συνδέσεις βρίσκονται υποδόρια, στο συνεκτικό ιστό των ονείρων, στις εγκιβωτισμένες ιστορίες τους, στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης σκέψης και ψυχής. Τα όνειρα που ως εικόνες κατά τις φροϋδικές θεωρίες φαίνεται να ξεπηδούν από το υποσυνείδητο, και ως σημεία ενός λογοτεχνικού κειμένου κατά τη Θεωρία της Σημειωτικής του Ουμπέρτο Έκο, συσχετίζονται με το συλλογικό, πολιτισμικό υποσυνείδητο.

Έτσι η Αγγελική, ως αγγελιοφόρος, ως ένας σύγχρονος άγγελος, μεταφέρει στους ανθρώπους του κόσμου αυτού, και σε εμάς τους αναγνώστες, ό,τι φτάνει «στο αυτί της». Ο έξω ακουστικός πόρος, η άκρη του ακουστικού λαβυρίνθου, άπτεται της ρεαλιστικής πραγματικότητας και στη συνέχεια τα ηχητικά κύματα μεταβιβάζονται στον ακουστικό φλοιό του εγκεφάλου. Η ακοή δε συνίσταται απλά στο ότι ακούμε τους ήχους αλλά ότι καταλαβαίνουμε τη σημασία τους. Κι αυτό είναι εγκεφαλική λειτουργία. Στην περίπτωση της Αγγελικής του μυθιστορήματος, αλλά και της συγγραφικής περσόνας, η διαδικασία αυτή έχει να κάνει περισσότερο με όλους τους άλλους παρά με την ίδια. Η δουλειά που επαγγέλλεται η Αγγελική είναι να καταγράφει τις ζωές των άλλων, να ηχογραφεί ήχους, αναγγελίες πτήσεων, ομιλίες στα γκισέ, αφίξεις, αναχωρήσεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Είναι αναμενόμενο λοιπόν, να βρει κανείς την Αγγελική στο χώρο των αεροδρομίων. Αυτό το πλάσμα το φτιαγμένο από τον κόσμο του ονείρου, δε θα μπορούσε παρά να πετάει συνέχεια σε διάφορες χώρες, να ζει στον ενδιάμεσο χώρο πραγματικότητας και φαντασίας, στο μεταίχμιο μιας πτήσης, στο καταμεσής του χρόνου, στο ανάμεσο της άφιξης και της αναχώρησης. Του γυρισμού.

Ειρήνη Σταματοπούλου

Το γραμμικό σχεδίασμα του γυρισμού παραπέμπει τόσο στο σημείο του μίτου όσο και σε αυτό του λαβυρίνθου. Το σημείο λαβύρινθος έχει δυναμικό χαρακτήρα, αφού μπορεί να είναι κι ένας λαβύρινθος ιδεολογικών εννοιών, σημασιών, ιδεολογικών και πολιτισμικών. Κι εδώ πάλι θα επανέλθουμε στην αίσθηση της ακοής, στο «αυτί της Αριάδνης» –η συγγραφέας πολύ συχνά αναφέρει τη λέξη «αυτί» ή «ακοή», καλώντας μας έτσι να ακούσουμε πραγματικά, αυτά που μας αφηγείται. Γιατί, όπως πολλά είναι μπροστά μας και δεν τα βλέπουμε, έτσι και πολλά είναι αυτά που δεν ακούμε. «Η ανησυχία σας για την απώλεια της ακοής σας. Τι σημαίνει, ξέρετε; Αποτελεί ένα λανθάνον σημαίνον της ανασφάλειάς σας σχετικά με τη ρήξη της οργανικής ενότητάς σας με τον κόσμο. Εφόσον η ακοή είναι η αίσθηση που τοποθετεί το υποκείμενο στο επίκεντρο της αισθητηριακής σχέσης με το σύμπαν. […] Σκεφτείτε λίγο. Κουβεντιάστε με τον εαυτό σας. Αποδομήστε τον…» (σ. 94)

Η αποδόμηση του εαυτού περιστρέφεται στη δίνη της μνήμης, της ατομικής όσο και της συλλογικής. Η έννοια της μνήμης αναιρεί την έννοια του χρόνου, του παρόντος. Το τώρα του καθενός είναι η βιωμένη του μνήμη. Όπως η βασική ήρωας του μυθιστορήματος, η Αγγελική, έτσι κι οι άλλοι δυο, ο Στράτος κι ο Νέστορας, έχουν ο καθένας τη δική τους σχέση με το χρόνο. Η Αγγελική κινείται στην αχρονικότητα, στον συμπυκνωμένο χρόνο των ονείρων, ο Νέστορας ζει με την αγωνία να καθυστερήσει τον χρόνο, ενώ ο Στράτος ως επαγγελματίας φωτογράφος αναζητά να παγώσει τον χρόνο, να freeze frame, για να χρησιμοποιήσω και μια έκφραση κινηματογραφική, μιας και το μυθιστόρημα της Ειρήνης Σταματοπούλου διαπλέκεται και διαμέσου της σημειωτικής του κινηματογράφου. Κινηματογραφικοί όροι και τεχνικές επανέρχονται συχνά στην περιγραφή των περιστατικών που ζουν οι τρεις ήρωες βάζοντας έτσι τον αναγνώστη στη θέση ενός θεατή κινηματογραφικής ταινίας φαντασίας και μυστηρίου.

Στο μυθιστόρημα Το αυτί της Αριάδνης διατρέχουμε διαδρομές από τον ενορατικό κινηματογράφο του Ταρκόφσκι, στον κινηματογράφο με την υπεράνθρωπη κλίμακα των ηρώων του, είτε πρόκειται για γουέστερν είτε για άλλα είδη, με αφηγηματικό μοτίβο πάντα αυτό της αναζήτησης της χαμένης συνοχής. Ο κινηματογράφος φαίνεται να είναι το προσφιλές σημειωτικό σύστημα της συγγραφέως σ’ αυτό το μυθιστόρημα, ίσως γιατί όπως είπε κι ο Ταρκόφσκι «είναι πιο κοντά στους νόμους με τους οποίους αναπτύσσεται η σκέψη, επομένως πιο κοντά στην ίδια τη ζωή – να αποδώσει τη βαθιά πολυπλοκότητα και αλήθεια των ανέγγιχτων αρμών και των κρυμμένων φαινομένων της ζωής» (Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο).

Η σημειωτική όμως δεν σταματά στον κινηματογράφο. Οτιδήποτε ορίζεται ως σήμα, ως λέξη, μπορεί να μας οδηγήσει στο ταξίδι μας αυτό. «Είμαστε φτιαγμένοι από λέξεις, φίλε Στράτο», απάντησε στωικά ο Νέστορας […] Η γλώσσα είναι η βαθύτερή μας ύπαρξη. Βλέπουμε τα πρότυπα να επαναλαμβάνονται, τις χειρονομίες να σέρνουν τις λέξεις. Είναι ο ήχος και η εικόνα των θνητών που επικοινωνούν». (σ. 173)

Έτσι στο μυθιστόρημα παρελαύνουν μπροστά μας συγγραφείς και κείμενα από λογοτεχνικά και φιλοσοφικά βιβλία, όπως Τζόυς, Ζήνων ο Ελεάτης, Παρμενίδης, Αριστοτέλης, Αϊνστάιν, Γκέντελ, Δον Ζουάν, Κίρκεγκωρ, Νίτσε, Χάινε, Χάιντεγκερ (και πολλοί άλλοι), αλλά και η γλώσσα της μουσικής ή της επιστήμης, βιολογίας, βιοτεχνολογίας, μαθηματικών, φυσικής, αστρονομίας.

Κάθε μορφής λέξεων, «κειμένου», διαπλέκεται στο Αυτί της Αριάδνης κατά τη σημειωτική έννοια της διακειμενικότητας: άρθρα σε εφημερίδες, σημειώματα σε χαρτί, εισιτήρια για μουσεία ή αξιοθέατα, ταμπέλες στους δρόμους, ονόματα με τις παρηχήσεις τους και το σημασιολογικό, μυθολογικό τους συχνά υπόβαθρο, είτε και πιο περίπλοκα σημειωτικά συστήματα, πολυσημειωτικά, όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος, η όπερα, η μουσική, ο χορός, η κινητική συμπεριφορά, οι εκφράσεις του προσώπου, φωτογραφίες, εικόνες, ζωγραφικοί πίνακες, αρχιτεκτονική, μουσικά κομμάτια, τηλέφωνο, γράμμα, δίσκοι, καθρέφτες. Σημεία που προσφέρουν, και ζητούν, αποκωδικοποίηση. Τα σημεία των κωδίκων τους είναι τα μέσα που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο στην αποδόμηση του εγώ, με σκοπό την αναδόμηση ή καλύτερα τις αναδομήσεις του. Ο σκοπός είναι μέσω όλων αυτών των λαβυρινθωδών διαδρομών να αναζητήσουμε το νόημα του εαυτού, της ψυχής, της σκέψης. Να σηματοδοτήσουμε την αρχή και τη διαδρομή μας ως έλλογα όντα, ως άτομα μέσα στο πολυπολιτισμικό σύνολο. Μέσα σε ένα road movie, σε ένα ταξίδι λίγων ημερών με αυτοκίνητο, ταξιδεύουμε στα άδυτα των αιώνων του ανθρώπινου πολιτισμού μας. Στα σημεία όπου η σκέψη περιπλανιέται επιδιώκοντας να διερευνήσει το σκοτεινό, πρωταρχικό νόημα των πραγμάτων αλλά και το μυστήριο της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα στο σύμπαν.

Οι τρεις ήρωες του μυθιστορήματος, η Αγγελική, ο Νέστορας κι ο Στράτος, καθώς περιπλανιούνται μέσα στους κόσμους των ονείρων, κουβεντιάζουν εξερευνώντας ζητήματα που απασχολούν αιώνες τώρα την ανθρώπινη υπόσταση όπως, η έννοια του Θεού, η πίστη, η αντίληψη, η ύπαρξη, η έννοια της ομορφιάς, οι αισθήσεις, ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, το σώμα ως υπέρβαση ή ως σάρκα, η καλλιτεχνική δημιουργία, η έμπνευση, ο φόβος, ο θάνατος, τα παράλληλα σύμπαντα, το άπειρο και το πεπερασμένο, η έννοια των αριθμών, ο χρόνος και η μνήμη, το έλλογο και το αισθητηριακό. Όλα αυτά, οι ιστορίες των ανθρώπων, προσεγγίζονται από τη συγγραφέα Ειρήνη Σταματοπούλου με λιτότητα και συχνά με χιούμορ, με την κατανόηση θα έλεγε κανείς, ότι η περιπέτεια της ζωής μπορεί να είναι μεγάλη κι ίσως ανεξιχνίαστη, κάποτε βαριά και σκοτεινή, αλλά άλλο τόσο είναι γοητευτική. Το ταξίδι είναι το σημαίνον αλλά και το σημαινόμενο.

Οι διακειμενικές αναφορές, οι απόηχοι άλλων έργων και καλλιτεχνικών καταστάσεων είναι σύνηθες για μεγάλο μέρος της μεταμοντέρνας λεγόμενης τέχνης, και στο αφήγημα αυτό βρίσκουμε πληθώρα από αυτές. Ο αναγνώστης μπορεί να περιπλανηθεί κι αυτός μαζί με τους ήρωες μέσα στον λαβύρινθό τους, σαν ένα διανοητικό παζλ. Η γλώσσα ρέει και οι εικόνες μέσα από τις εγκιβωτισμένες ιστορίες προσφέρουν πολλαπλές ερμηνείες, σημειώσεις κατά τη σημειωτική θεωρία, πράγμα άλλωστε στο οποίο φαίνεται να προσκαλείται από τη συγγραφέα. Ακόμα όμως, κι αν δεν εντοπίσει και αναγνωρίσει ο αναγνώστης όλες τις συνομιλίες των κειμένων, μπορεί να απολαύσει πολλά θαυμαστά, τόσο διανοητικά όσο και φανταστικά, ταξίδια.

Φωτογραφία: Nils Eisfeld

Στο μυθιστόρημα Το αυτί της Αριάδνης το ταξίδι με το αυτοκίνητο συντελείται κάτω από ήχους μουσικής από το ραδιόφωνο, ιδιαίτερα με τη συνοδεία του τζαζ τραγουδιού της Μπίλλι Χολλιντέυ «Me, Myself and I», αγαπημένο τραγούδι της Αγγελικής που έβαζε τον Στράτο να το επαναλαμβάνει. Το τραγούδι αυτό είναι και το τελευταίο που ακούγεται προς το τέλος του βιβλίου, η μουσική των τίτλων της ταινίας θα λέγαμε κινηματογραφικά. Ίσως είναι το σημείο όπου τα τρία πρόσωπα του μυθιστορήματος, η Αγγέλα, ο Στράτος κι ο Νέστορας, διαπλέκονται «στο αυτί της Αριάδνης». Ίσως δεν είναι παρά παραλλαγές ενός προσώπου, του ατόμου, ή παράλληλα θραύσματα, εικόνες πιθανού εαυτού, ή ακόμα και τμήματα του ανθρώπινου ψυχισμού, το εγώ, το υπερεγώ και το υποσυνείδητο κατά τη ψυχαναλυτική θεωρία. Κι εδώ ακούγεται η σημειωτική: «Η μεταμοντέρνα έννοια των διασπασμένων και μεταβαλλόμενων ταυτοτήτων μπορεί να δώσει χρήσιμη διόρθωση στο μύθο του ενιαίου εαυτού.» (Daniel Chandler, Σημειωτική για Αρχαρίους).

Με την ίδια ασάφεια προσώπων αλλά και τού τι συμβαίνει, φτάνει σε ένα τέλος δίχως τέλος, το μυθιστόρημα Το αυτί της Αριάδνης. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι η ασάφεια προσώπων, εαυτού, τόπου και χρόνου είναι τα συστατικά των ονείρων αλλά και της φανταστικής λογοτεχνίας.

Κάπως έτσι ακούγεται στα δικά μας αυτιά, η φωνή της Ειρήνης Σταματοπούλου μέσω της συγγραφικής της περσόνας, καθώς σημειώνει στην τελευταία σελίδα: «Τώρα, θα μου πείτε “Ποιος σας τα διηγείται όλα αυτά;” Κάποιος άλλος εαυτός σε ένα παράλληλο σύμπαν ή κάποιος ανταλλακτικός σωσίας που τα θυμάται με μεγαλύτερη ακρίβεια από μένα. Ή μπορεί όλα αυτά να ήταν απλώς ένα όνειρο. Ένα καλό ή κακό απίστευτο όνειρο. Το τι όνειρα έχω δει μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια… Θα σας τα διηγηθώ κάποια άλλη φορά. Πάνω σε κάποια κινηματογραφική οθόνη, ίσως μέσα από τις σελίδες κάποιου βιβλίου μου – του επόμενου βιβλίου μου».
Αναμένουμε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]