Εμμανουήλ Μπιτσάκης: Ένας μικρογράφος του καιρού μας

«Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
Σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο φεγγάρι
Περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί»

Μίλτου Σαχτούρη, «Το μαρτύριο»
(Ποιήματα 1945-1971, Κέδρος)

Καμιά φορά η ζωγραφική είναι η τεχνική της, άλλες φορές η θεματολογία της˙ τις περισσότερες είναι η μαγεία που αναδύει, πέρα από δεξιοτεχνίες ή μεγάλες αφηγήσεις – είναι ο ίδιος ο οίστρος που αποπνέει και η μυστική ανατριχίλα που προκαλεί. Η δεξιοτεχνία, βέβαια, ποτέ δεν αγνοήθηκε, πάντοτε ήταν αντικείμενο θαυμασμού και επαίνων, αφού υπήρξαν περίοδοι που δημιούργησε έργα μεγάλης πνοής και έμπνευσης – έργα αναφοράς: κορυφαίο παράδειγμα η φλαμανδική ζωγραφική. Σε αυτό, βέβαια, συνεπικουρούσε τόσο η ανακάλυψη της ελαιογραφίας όσο και η ανάγκη μεταφοράς των μικρών διαστάσεων προσωπογραφιών στα μακρινά ταξίδια των εμπόρων-πελατών. Η τεχνική δεξιοτεχνία ήταν ανέκαθεν το επιδέξιο εργαλείο, με το οποίο ο καλλιτέχνης αποκάλυπτε και ξεδίπλωνε τα μυστικά που τεχνηέντως κρύβει η πραγματικότητα στους υποδόριους κυματισμούς της και στις ανεπαίσθητες ανάσες της υπερβαίνοντάς την, δημιουργώντας μια κατάσταση εξόχως ποιητική, με την έννοια της ανατροπής του προφανούς.

Άλλες φορές ο καλλιτέχνης βλέπει τον κόσμο «ως δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», σαν σε παραμορφωτικό καθρέφτη, αντικρύζοντας παντού τη μεταβλητή εικόνα του, αναπαράγοντας τον εαυτό του, τον οποίο χρησιμοποιεί σαν ένα ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο μοντέλο: είτε για να δημιουργήσει αυτοτελείς προσωπογραφίες είτε για να μας συμπαρασύρει με το επίμονο βλέμμα του, κοιτώντας μας κατάματα και δηλώνοντας την παρουσία του στο εικονιζόμενο συμβάν, καλώντας μας έτσι σε μυστική κοινωνία με αυτό. Ο εαυτός μας είναι το πιο εύπλαστο υλικό αναπαραγωγής της πραγματικότητας, είναι το πρίσμα για να δει ο καλλιτέχνης την πραγματικότητα: «Η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ» έλεγε ο Flaubert!

Ο Εμμανουήλ Μπιτσάκης (Αθήνα, 1974) είναι ένας μικρογράφος που φιλοδοξεί να γίνει κοσμογράφος. Η γραφή του είναι λεπτομερής μέχρι εξαντλήσεως, καθώς σκοπεύει να παρουσιάσει τον κόσμο σαν μέσα από μικροσκόπιο ή με ένα βλέμμα παιδικό που ρουφά αδιακρίτως το πρωτεύων αλλά και τα επιμέρους. Η επιφάνεια της ζωγραφικής του σμικρύνεται, συρρικνούμενη σε εμβαδόν, με εργαλείο τη μικρογραφική αναπαράσταση. Η ζωγραφική του είναι ιδιότυπο εικαστικό «κολάζ». Μοιάζει περισσότερο με αποκατάσταση ενός θρυμματισμένου κόσμου αναμνήσεων ή επιθυμιών, με σκαλαθύρματα εικαστικών λέξεων ή ζωγραφικών προτάσεων όπου συμφύρονται διάφορες ιστορικές εποχές, διαφορετικές υφολογικές τάσεις, πολιτισμοί πρωτόγνωρα εξωτικοί ή γνωστές προσλαμβάνουσες παραστάσεις ιδωμένες ανάστροφα, μέσα από ένα κάτοπτρο που διαλύει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας μέσα στη δίνη των περισπασμών.

Μια ιδιότυπη, μυστική συγχορδία συνενώνει τις διαφορετικές εικόνες, τις ίσως άσχετες μεταξύ τους. Τα ετερόκλητα εικονογραφικά στοιχεία ομογενοποιούνται και το φαινομενικό μωσαϊκό των εικονογραφικών θραυσμάτων νοηματοδοτείται και λαμπρύνεται. Όταν οι κλίμακές του ανατρέπονται και οι έννοιές του αδρανοποιούνται, τότε εκεί εμφιλοχωρεί το αίνιγμα.

Ο Μπιτσάκης είναι ένας ταξιδευτής. Περιηγείται τόπους της Ανατολής, από την Τουρκία μέχρι την Κίνα, αποτυπώνοντας σε μπλοκ σχεδίων εικόνες, μορφές πρωτόφαντες και λέξεις εξωτικές. Είναι ένας σύγχρονος Ιάσονας που ταξιδεύει στην Ανατολή, προκειμένου να ανακαλύψει το χρυσόμαλλο δέρας. Συνενώνει στη ζωγραφική του στοιχεία της δυτικής ζωγραφικής με εικόνες μιας βαθιάς ασιατικής ταξιδιωτικής εμπειρίας

Οι εικόνες του, σαν θραύσματα ονείρων, ανασυντίθενται μυστηριωδώς μέσα σε μια διάθεση υπαινικτική. Τα μοτίβα του επαναλαμβάνονται: Καταρχάς, η μορφή του είναι πανταχού παρούσα στα έργα του. Άλλοτε με τη καθημερινή του χαρακτηριστική περιβολή και άλλοτε μεταμφιεσμένος ποικιλόμορφα. Ο εαυτός του γίνεται η πρώτη του ζωγραφική ύλη: αντιμετωπίζει την εικόνα του όχι για να κάνει την αυτοπροσωπογραφία του, αλλά την καρικατούρα του μέσα από μια πρωτεϊκή μεταμόρφωση, σαν πρόσφορο υλικό ανακατασκευής από υλικά κατεδαφίσεως, προκειμένου να οικοδομήσει τον παράταιρο κόσμο του. Δεν έχει διάθεση να προσωπογραφηθεί αυτάρεσκα όσο να υπομνηματίσει την παρουσία του στο εικαστικό συμβάν. Οι οβιδιακές μεταμορφώσεις είναι ένα ευφυές εύρημα για να προσδώσει στο αναπαριστώμενο άλλη διάθεση και διάσταση.

Η ζωγραφική του συνεχίζεται μέχρι την έσχατη λεπτομέρεια, αγνοώντας την ατμοσφαιρική προοπτική και τις κλίμακες. Μια υπόκωφη ειρωνεία, ένας μυστικός υπαινιγμός ενώνει τις φαινομενικά παράταιρες εικόνες της λιλιπούτειας επικράτειάς του: Παραδείγματα: η προτομή του Beethoven συνοδεύεται από «την σιγήν» του αναπαριστώμενου «ιχθύος» και το ακουστικό βαρηκοΐας, πίσω από την σαν ελαφρό ανάγλυφο κεφαλή του ίδιου μουσουργού με την λεοντόμορφη κόμη βρίσκεται ένα βρυχώμενο λιοντάρι, η κίνηση των χεριών των δύο Ατλάντων που στηρίζουν το γείσο συμπληρώνεται με την αντίστοιχη κίνηση των χεριών μιας χορεύτριας, το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος της Κέρκυρας αντικαθίσταται από μια ευλαβή κολυμβρήτρια.

Με το «Elizabethan Collar» του ο Μπιτσάκης συμπληρώνει τον ζωγραφικό του μικρόκοσμο με νέα ευρήματα, το λεγόμενο ελισαβετιανό κολάρο, δηλαδή το κωνικό περιλαίμιο που εμποδίζει τους τραυματισμένους σκύλους να γλύψουν τα πάσχοντα μέλη τους. Με αυτό στολίζει, ίδια με τους πελώριους δαντελένιους γιακάδες της παλιάς ζωγραφικής, ζώα αλλά και ανθρώπους – ακόμη και τον εαυτό του. Πρόκειται για υπαινιγμό μιας ασφυκτικής καταπίεσης ή για πρωτότυπη αύρα που περιβάλλει τις κεφαλές των αγίων; Είναι μια μυστική διαμαρτυρία, δείγμα της αγιοποίησης ενός μάρτυρα ή η σαρδώνια ειρωνεία ενός κόσμου συμπλεγματικού και ανάστατου (που αυτάρεσκα διατείνεται ότι είναι ισορροπημένος) από ένα πνεύμα ανεξάρτητο και ξεχωριστό;

[Το κείμενο του Νίκου Αλ. Μηλιώνη δημοσιεύτηκε στο Φρέαρ τχ. 11 (Μάιος 2015).]