Τρεις ταινίες από τη Ρωσία, την Ισλανδία και την Ελλάδα, τρεις εκδοχές για τη μοναχική πορεία του διαφορετικού: Ο «Ηλίθιος», ο «Αθώος» και ο «Αθέατος».

Ο Ηλίθιος(Durak/The Fool): Ρώσικη ταινία σε σκηνοθεσία Γιούρι Μπίκοφ με τον Αρτιόμ Μπίστροφ (2014)
Καρδιά Βουνό (Fusi/Virgin Mountain): Ισλανδική ταινία σε σκηνοθεσία Νταγκούρ Κάρι με τον Γκούναρ Γιόνσον(2015)
Invisible: Ελληνική ταινία σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αθανίτη με τον Γιάννη Στάνκογλου (2015)

Ο κινηματογραφικός φακός προϋποθέτει ή και συναιρεί το ανθρώπινο μάτι και η σκηνοθετική οπτική το βλέμμα του παρατηρητή ή του αυτόπτη μάρτυρα. Στις τρεις αυτές ταινίες η κάμερα ακολουθώντας τον πρωταγωνιστή-ήρωα προσπαθεί να αποτυπώσει όχι αυτό που αντικρίζει το βλέμμα του αλλά την ιδιοσυστασία αυτού του βλέμματος, η οποία και αποκλίνει του «μέσου όρου».

Πώς ο Ντίμα βλέπει αυτό που οι υπόλοιποι επιδεικτικά αγνοούν, υποκριτικά αποκρύπτουν ή ανόητα περιγελούν; Γιατί η ρωγμή στο κτήριο είναι για αυτόν τόσο καταστροφικά (εν ταυτώ και αυτοκαταστροφικά) σημαίνουσα, ενώ για τους υπόλοιπους δεν έχει αξία κι ας συνδέεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η ζωή τους μαζί της;

Πώς ο Φούσι «βλέπει» και γιατί «διαβάζει» με τόσο μεγαλόψυχο τρόπο (συγχωρώντας συνεχώς και μη διεκδικώντας τίποτα για τον εαυτό του) τη συμπεριφορά των άλλων απέναντί του, συμπεριφορά που είναι αποστασιοποιημένη, επιφυλακτική, αχάριστη ή και αναίτια εχθρική; Ο φακός κεντράρει πολλές φορές στο μάτι του ήρωα, λες και προσπαθεί να διαρρήξει «την πύλη αυτή της ψυχής», όπως έχει ονομαστεί, ή λες και μέσα από το ανεβοκατέβασμα των βλεφάρων του, όταν ντροπαλά αποφεύγει τη βλεμματική επαφή του άλλου, όταν ζωγραφίζει τα πολεμικά του παιχνίδια απορροφημένος, όταν ακούει μουσική ή κοιμάται, μπορεί να μας κάνει να καταλάβουμε κάτι από την αθωότητα της ματιάς του.

Πώς το πετρωμένο πρόσωπο και το παγωμένο βλέμμα του Άρη κρύβει το μέγεθος της απόστασης ανάμεσα σ’ αυτόν και τον τρόπο που οι άλλοι τον αντιμετωπίζουν, οι Άλλοι που δεν τον βλέπουν πια ως «πρόσωπο», του στερούν την «ταυτότητα», ενώ γίνεται γι’ αυτούς ένα αντικείμενο «αόρατο»; Η παλινδρόμηση ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα, τα χρώματα που μεταλλάσσονται, ο ορίζοντας που θολώνει ή γίνεται χρυσός, οι επαναλαμβανόμενες διαδρομές στους δρόμους, ο γυμνός άντρας που συστρέφεται στον εαυτό του, όλα υπογραμμίζουν την κατάσταση, κατά την οποία ένας άνθρωπος μπορεί να χάσει τα ερείσματά του (εδώ μέσα από την απώλεια της εργασίας του) και να καταστεί «αθέατος» για τους υπόλοιπους, χάνοντας την ίδια την υπόστασή του.

Εκ του σύνεγγυς: Ο Ηλίθιος αποτελεί μια νέα εκδοχή του ήρωα του Ντοστογιέφσκι στη σύγχρονη Ρωσία. Ο Ντίμα είναι ένας κατώτερος τεχνικός, ένας υδραυλικός, ο οποίος σπουδάζει με θυσίες, για να γίνει Μηχανικός, ζει φτωχικά μαζί με τη μητέρα, τον πατέρα, τη νεαρή γυναίκα και τον μικρό του γιο. Καλείται να διορθώσει κάποιους σπασμένους σωλήνες σε μια εργατική πολυκατοικία, όπου ανακαλύπτει ότι το κτήριο θα καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή και θα οδηγήσει στο θάνατο τους 840 κατοίκους του. Άνθρωποι εξαθλιωμένοι, περιθωριοποιημένοι, πνιγμένοι στα πάθη τους, αδυνατούν να ξεπεράσουν τα στενά όρια της μίζερης ζωής τους. Αντί να τον ευγνωμονούν, που προσπαθεί να τους σώσει, του επιτίθενται. Ένας άγγελος κακών που δεν θέλουν να ακούσουν. Τον κοιτούν καχύποπτα, τον περιφρονούν, τον μισούν, τον εκδικούνται. Και από την άλλη, οι εκπρόσωποι της διεφθαρμένης εξουσίας, υπαίτιοι και συνένοχοι, προσπαθούν να αποποιηθούν την ευθύνη και να τον κάνουν να σωπάσει. Η οικογένειά του προσπαθεί να τον συνετίσει, ώστε να ακολουθήσει ό, τι και οι πολλοί: τον δρόμο της λογικής, που υποβάλλει ότι ο καθένας πρέπει να φροντίσει για τη δική του σωτηρία. Αλλά για αυτόν είναι κάτι σα φυσική ανάγκη, σαν αυτός να είναι ο μόνος τρόπος να βλέπει τα πράγματα. Απλώς δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Η μουσική, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα ακόμη και στα πλάνα του ανοιχτού χώρου, οι ηθοποιοί που εναρμονίζονται με τα πρόσωπα, λες και τα κορμιά τους χύνονται μέσα στο ρόλο τους χωρίς να περισσεύει τίποτα, όλα υπηρετούν με τελεολογικό σχεδόν τρόπο το «φυσικό» και το «παράδοξο» της κοινής όσο και παραλογης λογικής. Έτσι είναι και έτσι συνεχίζουν να είναι τα πράγματα. Και αυτός που ξεχωρίζει, εξοντώνεται. Παρολαυτά. Δεν θα πάψει να επανέρχεται.

Ο Φούσι της Ισλανδικής ταινίας στο Virgin Mountain είναι ένας άνθρωπος μονήρης και κλεισμένος στον εαυτό του. Με προφανή μια παιδικότητα, μια αθωότητα που τον κρατάει μακριά από τον κόσμο των ενηλίκων, από τη λογική και τους ηθικούς της νόμους. Είναι 43 ετών, εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής αποσκευών στο αεροδρόμιο, αλλά εξακολουθεί να τρώει παιδικά δημητριακά για πρωινό, να τον φροντίζει η μητέρα του και η μόνη ευχαρίστηση που φαίνεται να αντλεί είναι από τα πολεμικά παιχνίδια (δηλαδή τα κλασικά «αγορίστικα» παιχνίδια αλλά και πολεμικά παιχνίδια ενηλίκων), κάτι που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τον «ειρηνικό», σχεδόν στωικό του χαρακτήρα. Ακολουθεί καθημερινές «ρουτίνες» που τον κάνουν να αισθάνεται καλά (οι συνήθεις διαδρομές με το αυτοκίνητο, πάντα η ίδια έξοδος στο ίδιο κινέζικο εστιατόριο με το ίδιο φαγητό, η συμμετοχή του σε μια συγκεκριμένη ραδιοφωνική εκπομπή με τα ίδια πάντα τραγούδια) σε έναν κόσμο του οποίου τη σκληρότητα και την παράλογη λογική αρνείται να ακολουθήσει, αλλά και δεν αγανακτεί ώστε να την καταδικάσει. Συγχωρεί χωρίς να την καταλαβαίνει. Την αποδέχεται χωρίς να την υιοθετεί. Αγαπά, χωρίς να ζητά ανταπόκριση, δίνει χωρίς να επιθυμεί αντάλλαγμα, ούτε καν την αναγνώριση της προσφοράς του. Λες και αυτή είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στον δικό του κόσμο. Αθώος και γαλήνιος, προσφέρει στην κοπέλα, που τυχαία γνωρίζει, κάθε φροντίδα την οποία μπορεί να σκεφθεί. Προσπαθεί να την γλιτώσει από την κατάθλιψη και να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες της, τις οποίες αντιλαμβάνεται με τον δικό του απλοϊκό και άδολο τρόπο. Ακόμη κι όταν εκείνη του φέρεται με σκληρότητα, δεν το υπολογίζει, δεν θυμώνει, εξακολουθεί να προσφέρει, χωρίς να περιμένει τίποτα. Σε μια ταινία με αργούς ρυθμούς και χωρίς κραυγαλέες αντιθέσεις, η ευαισθησία και η συγκίνηση υποβάλλονται με κάθε λεπτομέρεια, με τα ήρεμα ψυχρά χρώματα του Ισλανδικού αστικού τοπίου, το βύθισμα στη μουσική, με τα αεροπλάνα να έρχονται και να φεύγουν χωρίς την ελπίδα για ένα ταξίδι Αλλού, λες και όλα ακολουθούν μια ενδοστρεφή σπειροειδή κίνηση. Οι πανοραμικές λήψεις δημιουργούν την απόσταση της ξενότητας, λες και πρόκειται για ένα σεληνιακό τοπίο και τα αεροπλάνα είναι διαστημόπλοια που μεταφέρουν άγνωστα όντα. Τα ακουστικά που απομονώνουν τον ήρωα, η αποφυγή της συναναστροφής, δημιουργούν μια απόσταση ασφάλειας, την οποία όμως η μοναξιά θα διαβρώσει, έτσι ώστε ένα λουλούδι, ένα άγγιγμα, μια αγκαλιά παύουν να είναι μια ασήμαντη χειρονομία αλλά μεταμορφώνονται σε κάτι σπουδαίο. Ο ήρωας στο τέλος φεύγει μόνος, με το αργό βήμα, το γαλήνιο βλέμμα μιας ήρεμης αποδοχής, σχεδόν χαράς. Ότι έτσι είναι οι άνθρωποι, δύσκολο να τους καταλάβεις. Φτιάχνουν την Κόλασή σου, αλλά εσύ βρίσκεις νόημα περιμένοντας να σε «δουν» και να πάρουν αυτό που μπορείς να τους δώσεις. Φτιάχνοντας με τη σειρά σου το μικρό θαύμα ενός ανυπεράσπιστου όσο και αδιαπέραστου από την κακία ανθρώπινου ψυχισμού. Που ανυψώνει απλά και μόνο διότι υπάρχει.

Ο «αόρατος» Άρης του Δημήτρη Αθανίτη είναι ένας χαμηλόμισθος εργάτης που, χωρίς καμιά προσωπική υπαιτιότητα, θα απολυθεί από τη δουλειά του, σε ένα εργοστάσιο στην περιοχή του Ασπρόπυργου. Ο ίδιος είναι μοναχικός, χωρίς ευρύτερη οικογένεια, χωρίς πολλούς φίλους, διαζευγμένος, με έναν γιο που βλέπει για λίγο και που η πρώην σύζυγός του τον εγκαταλείπει μαζί του, τη στιγμή ακριβώς που απολύεται. Ο Άρης ζει τον παραλογισμό της εξόντωσης και αντιδρά, με τον δικό του έντονο όσο και απλοϊκά «παιδικό» τρόπο. Αποφασίζει να εκδικηθεί το πρόσωπο που θεωρεί υπεύθυνο. Υποβλητικά αγωνιώδης η ατμόσφαιρα σε μια ταινία που ο ήρωας νιώθει Ξένος, Άγνωστος, ένας Αθέατος άνθρωπος, που επιζητά με μανία να αποκτήσει ξανά τη χαμένη του υπόσταση, μέσα από την αυτοδικία ως μια πράξη φυσικής αποκατάστασης του δικαίου, που θα τον καταστήσει και πάλι ένα Ον ορατό, για έναν κόσμο που δε διστάζει να αποβάλλει αυτό που θεωρεί άχρηστο, χωρίς κανέναν δισταγμό. Ο γιος του ως μια προβολή και προέκτασή του κλείνεται μόνος του στην ντουλάπα εξαφανίζοντας εαυτόν. Οι σκηνές με τον ήρωα πάνω στο μηχανάκι να διανύει ανώφελες διαδρομές, ο εξωπραγματικός φωτισμός του ήλιου στη θάλασσα, οι ονειρικές στιγμές του παιχνιδιού του πατέρα με τον γιο, υπηρετούν το παράδοξο αυτό παιχνίδι ανάμεσα σε αυτό που οράται και αυτό που προώρισται να μείνει αθέατο. Οι ερμηνείες του Γιάννη Στάνκογλου και του μικρού Χρήστου Μπενέτση, συγκλονιστικές μέσα στη λιτότητά τους, μας δείχνουν πώς γίνεται να είναι μαζί και όμως απερίγραπτα μόνοι.

Η σκηνή του τέλους αποτυπώνεται έκτυπα στη μνήμη μας: η παραλία του Σκοινιά, το δάσος κλιμακωμένο πίσω από την όχθη, να βλέπει τη θάλασσα, η ανθρώπινη παρουσία να σημαδεύει ή και να σφετερίζεται το τοπίο προσημαίνοντας το δυσοίωνο τέλος της. Η φαντασία μπλεγμένη με τη μνήμη και η πραγματικότητα σκληρή να αντιστρέφει τον χρόνο της. Ο χώρος εξαφανίζεται από τις παλάμες του μικρού που χαϊδεύουν το πρόσωπο του πατέρα καθώς και από το αγωνιώδες τρέξιμό του, που με επιβραδυνόμενο ρυθμό προσπαθεί να καλύψει την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και το πεσμένο σώμα. Ο χρόνος, σαν ένα ποτάμι από αίμα και νερό, μας οδηγεί (πίσω; ή μπροστά;) σε έναν τόπο παράξενα φωτισμένο, παράδοξα φωτεινό. Δεν πρόκειται για κάθαρση, πολύ λιγότερο για απαισιοδοξία. Πρόκειται απλώς για έναν άλλον βηματισμό της ανθρώπινης πορείας. Η προσωπική εμπειρία έξω από τον κλειστό αυλόγυρό της, βυθισμένη στη βάναυσή της προσμονή, συλλογισμένη μέσα στη βιασμένη της σιωπή, αναζητά διέξοδο στον δικό της ουτοπικό κόσμο, έστω κι αν κανείς άλλος δεν μπορεί να τον δει. Ο Δημήτρης Αθανίτης δίνει πρόσωπο στον Άγνωστο Νεκρό του ακήρυχτου πολέμου. Και φως στο σκοτάδι του αποκλεισμού, στο οποίο τον εξαναγκάζουν να αποσύρεται.

Οι τρεις σκηνοθέτες προσπαθούν, ο καθένας με τον τρόπο του, να μας κάνουν να «δούμε» και εμείς αυτούς τους παρεκκλίνοντες ανθρώπους και γι’ αυτό «αγνωστους» ή «ξένους» για τον μέσο όρο ή αυτό που έχουμε μάθει να ορίζουμε ως «αναμενόμενο» και «φυσιολογικό». Με ποιο τρόπο θα αναγνώσουμε αυτές τις τρεις ιστορίες, θα κριθεί από το πόσο οξυμμένο είναι το βλέμμα μας να αναγνωρίζει το οικείο μέσα από το ξένο, να διαβάζει, μέσα από την ατομική περιπέτεια, την εναγώνια προσπάθεια της συνάντησης του Ανθρώπου με τους Άλλους. Τον αγώνα του κόντρα στον χρόνο ή τον θάνατο, ώστε να μπορέσει να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα επαληθεύσει την ανθρώπινή του διάσταση, αποκτώντας «νόημα», «αγάπη» και «ορατή υπόσταση». Έστω κι αν στο τέλος αυτό-θυσιάζεται. Ή για αυτό ακριβώς.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]