Πέραν της γραφής
Δοκίμια για την ποίηση
της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου
από τις εκδόσεις Κέδρος

Στην προμετωπίδα του βιβλίου διαβάζουμε την άποψη του Δ.Ν. Παπαδίτσα:
Το ποίημα δεν θα πρέπει να τελειώνει στον τελευταίο του στίχο, αλλά στο τελευταίο απόθεμα δεκτικότητας του άλλου. Αυτό το «τέλος» μπορεί να μη συμβεί ποτέ και πολύ περισσότερο να μη συμπέσει με τον τελευταίο του στίχο, αν για όλα υπάρχει μια ποιητική εξήγηση και έκφραση. Δεν θα πρέπει το ποίημα να ’ναι μια παρένθεση, αλλά ένα άνοιγμα σε μια ποιητική αναγωγή των φαινομένων.

Αν η παραπάνω διαπίστωση είναι θεμελιακή για την ανάγνωση ενός ποιήματος, αν αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για να προσεγγίσει ο αναγνώστης τον κόσμο του ποιητή και κυρίως για να εισχωρήσει στην προνομιούχο θέα που αυτός με το έργο του προσφέρει στη διακριτή ετερότητα του εκάστοτε άλλου, τότε πολύ περισσότερο πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη του μελετητή της ποίησης, του δοκιμιογράφου που επιχειρεί την ανατομία της. Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου, έχει συγκεντρώσει σε ένα τόμο 23 δοκίμια για ισάριθμους ποιητές, σε μια απόπειρα να μιλήσει για τον καθένα -όσο φυσικά διεξοδικά επιτρέπει η έκταση ενός μόνον δοκιμίου- αλλά ταυτόχρονα να συγκροτήσει μια δοκιμιακή προσέγγιση συνολικά για τον χώρο της ποίησης, με τους συγκεκριμένους ποιητές να αποτελούν εν προκειμένω την τεκμηρίωση των θέσεών της. Υπό αυτήν την έννοια η συλλογή των δοκιμίων λειτουργεί ως ένα ανάγνωσμα για τους ποιητές αλλά και για την ποίηση ως τρόπο γραφής και έκφρασης.

Σε ποιο σημείο συναντώνται αυτά τα δύο τόσο διακριτά μεταξύ τους είδη του λόγου, το δοκίμιο και το ποίημα; Νομίζω πως πέρα από τη διαφορά μορφής, που δικαιολογεί και τη διάκρισή τους, έχουν ως εσωτερικό σημείο συνάντησης τον απολύτως προσωπικό τόνο που διαπερνά τον λόγο τους. Και το ποίημα και το δοκίμιο είναι μια ανοιχτή πρόταση για προβληματισμό και συζήτηση ανοίγοντας με τον αναγνώστη τους έναν ιδιότυπο διάλογο, που στη μία περίπτωση αποτελεί τη συνέχιση του ποιητικού λόγου από τον αναγνώστη ως ενσυναίσθηση και οικειοποίηση της αυθεντικής συγκίνησης που οδήγησε στη δημιουργία του ποιήματος, και στην άλλη περίπτωση (αυτή του δοκιμίου) αποτελεί τον κοινό τόπο για τη συνέχιση της διατυπωμένης θέσης είτε ως συμφωνία είτε ως ανατροπή, αν αυτό υπαγορεύει η θέση του αναγνώστη. Έχει ενδιαφέρον, νομίζω, να θυμηθούμε πώς διατύπωνε ο Αριστοτέλης την τελική του θέση, μετά από την ενδελεχή και εμπεριστατωμένη έρευνα των στοιχείων που ως εμπειριστής φιλόσοφος συνέλεγε προς επιχειρηματολογική απόδειξη. Δεν χρησιμοποιούσε ποτέ την οριστική έγκλιση, που δηλώνει το τελεσίδικο, αλλά τη δυνητική ευκτική. Δεν έλεγε: άρα ισχύει. Προτιμούσε να πει: άρα θα μπορούσε να ισχύει, αφήνοντας έτσι ανοιχτό τον δρόμο στον επόμενο διανοητή που θα ήθελε να προσθέσει, να αφαιρέσει ή και να ανατρέψει την αποδειχθείσα θέση.

Ανοιχτό λόγο, λοιπόν, έχουμε με τη δοκιμιακή προσέγγιση στην ποίηση από τη Λουκίδου, με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτό να επιχειρείται από τη δοκιμιογράφο που ταυτόχρονα είναι ποιήτρια, δένοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο όλη την παραπάνω σκέψη.

Πρόκειται για 23 ερμηνευτικά δοκίμια (που αγγίζουν τα όρια των δοκιμίων στοχασμού), στα οποία αναλύονται οι: Θέμελης, Καρέλλη, Πεντζίκης, Σαραντάρης, Καββαδίας, Ελύτης, Βαρβιτσιώτης, Καφταντζής, Παπαδίτσας, Αλεξάνδρου, Βαβούρης, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αλεξάκης, Δημουλά, Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Καραγιάννη, Νικηφόρου, Αγγελάκη-Ρουκ, Γεωργούσης, Πρατικάκης, Παπαγεωργίου, Καρατζόγλου και Βαρβέρης. Και η προσέγγιση αυτή συνιστά -όπως μας πληροφορεί ο τίτλος- έναν λόγο πέραν της γραφής, υπονοώντας τον δοκιμιακό λόγο. Αυτή, τουλάχιστον, είναι μια πρώτη ερμηνεία, που δείχνει τη συνέχιση του ποιητικού λόγου μέσω του δοκιμιακού, και σαν τέτοια θα συγκαταλεγόταν εύκολα μαζί με όποια άλλη απόπειρα ερμηνείας της γραφής των ποιητών από έναν κριτικό της λογοτεχνίας ή από έναν δοκιμιογράφο. Προσέχοντας, ωστόσο, καλύτερα τον τρόπο γραφής των δοκιμίων αυτών, είναι αποδεκτή και μια δεύτερη ερμηνεία του τίτλου, που επιτρέπει στη δοκιμιογράφο να φέρει στο φως το πριν της γραφής -ανατέμνοντας την προσωπικότητα, τη ζωή και τις προσλαμβάνουσες των ποιητών αποκαλύπτοντας τις αφορμές του ποιητικού τους λόγου- όπως και το ενδότερον της γραφής, αν μπορούμε να ονομάσουμε έτσι όλο το υποκρυπτόμενο τοπίο πίσω από τις λέξεις των ποιημάτων.

Τα πιο άξια λόγου δοκίμια, αυτά που προωθούν τη σκέψη, είναι αυτά που εμπεριέχουν την προσωπική θέση του γράφοντος ξεκάθαρα και με το θάρρος που προσδίδει η ανάλυση της γραφής. Ο δοκιμιογράφος εισηγείται διατυπώνοντας τη δική του οπτική στο θέμα που τον απασχολεί. Και είναι απολύτως θεμιτή ακόμη και η έκπληξη του ποιητή συχνά, όταν ομολογεί ότι η ανάλυση της σκέψης του από τον γράφοντα ξεπέρασε και αυτή την αλήθεια του. Αυτή την ειλικρινή γραφή επιλέγει και η Λουκίδου.

[…]
Ο Παπαγεωργίου γνωρίζει καλά πως το παιχνίδι παίζεται στις λακωνικές αποδόσεις του άλεκτου αισθήματος και στις διαβαθμίσεις του. Άλλωστε το αίσθημα είναι αυτό που θα παλεύει πάντοτε να αποδοθεί, και φυσικά αυτό που επίσης πάντοτε θα μας διαφεύγει. Ένα αέναο κυνηγητό απαντήσεων και ερμηνειών που μονίμως αντιστέκονται και μας ξεφεύγουν. Αυτό είναι βέβαια η ποίηση, και όσο πιο γρήγορα κανείς το αντιληφθεί -όπως το αντιλήφθηκε ο Παπαγεωργίου- τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται εντός του ότι το Τίποτα, κρυμμένο πίσω από τη λέξη «Κανείς», την καταληκτική της συγκεκριμένης συλλογής, είναι αυτό που έπεται αλλά και προηγείται.
(Κώστας Παπαγεωργίου, Εκεί που λαμπυρίζει το υποσυνείδητο)

[…]
Οι λέξεις στην ποίηση της Ρουκ ωστόσο δεν αμύνονται, αλλά μ’ έναν ενστικτώδη τρόπο προκλητικής διαφάνειας επιτίθενται σε ό,τι δεν στρέφεται προς τα μέσα. Η Ρουκ, άλλωστε, αποστρέφεται τα προσχήματα, ακριβώς γιατί και η ίδια η ζωή δεν είχε την ευγένεια να τα τηρήσει απέναντί της.
(Κατερίνα – Αγγελάκη Ρουκ, Όταν το σώμα μετατοπίζεται)

Ενδεικτικά μόνον λειτουργούν τα παραπάνω αποσπάσματα από δοκίμια του βιβλίου για τη διάθεση της Λουκίδου να εισχωρήσει πίσω από τις λέξεις των ποιημάτων και να αποκαλύψει την ψυχή των δημιουργών τους. Με αυτόν τον τρόπο θα ονομάσει τον Άρη Αλεξάνδρου ανένταχτο στρατευμένο, με το οξύμωρο αυτό να δηλώνει άριστα τη θέαση της ουτοπίας εκεί που (από όσους αποδέχονται τον όρο στράτευση) θα ήταν αναμενόμενη κάποια συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση. Ομοίως θα συσχετίσει τον κλειστό και μονήρη Ελύτη με τον Prufrock του Έλιοτ, και θα αναφερθεί στη μέσα θάλασσα του Καββαδία, πιο επικίνδυνη από την άλλη στην οποία ταξίδευε ως ασυρματιστής. Ενδιαφέρουσα τοποθέτηση σε κάθε περίπτωση, παραπέμπει στη δική της προσωπική ενασχόληση με την ποίηση, που την οδηγεί σε αποκάλυψη του εσωτερικού τοπίου των δημιουργών.

Θα ήταν μακρηγορία η αναφορά και άλλων αποσπασμάτων και άλλων αξιόλογων επισημάνσεων από τα δοκίμια αυτού του βιβλίου. Ένα βιβλίο που διαβάζεται με δύο τρόπους. Είτε ως απολαυστικό ανάγνωσμα με τις εναλλασσόμενες εικόνες των ποιητών μέσα στις σελίδες του, είτε ως πηγή πληροφοριακού υλικού για όποιον θα ήθελε να ανατρέξει σ’ αυτό για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του. Και στις δύο περιπτώσεις μια ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή δοκιμίων γύρω από τα ποιητικά πράγματα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]