frear

Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Παντελής Μπουκάλας
Όταν το ρήμα γίνεται όνομα
Η «Αγαπώ» και το Σφρίγος της ποιητικής Γλώσσας των Δημοτικών
Πιάνω γραφή να γράψω δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι -1
Εκδ. Άγρα, 2016

Ευτραφής, μεγαλοπρεπής, ογκώδης και επιβλητικός κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος της σειράς που συνθέτει και φροντίζει με αγάπη, σαν να είναι μικρό παιδί, ο Παντελής Μπουκάλας. Ο τίτλος περίεργος, σπάνιος και δεν θυμάμαι άλλη παρόμοια περίπτωση. Το ρήμα να γίνεται όνομα. Ξέρουμε το έναρθρο απαρέμφατο που γίνεται ουσιαστικό αλλά το ρήμα «αγαπώ» λ.χ. να παίρνει άρθρο και να γίνεται η «αγαπώ» πρώτη φορά το συναντώ, και δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία, όπως ο Μαλλαρμέ. Ο τόμος, μόλις (!) που προσεγγίζει τις 600 σελίδες, απαρτίζεται από «Πρόλογο», «Εισαγωγή» και τρία Μέρη: «Και τα τραγούδια λόγια είναι», «Το κοινοτικό γλωσσικό εργαστήριο», «Τα ρήματα της αγάπης», τέλος, «Σημειώσεις».

Στην «Εισαγωγή» του ο συγγραφέας, ποιητής, κριτικός, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, μελετητής μας ενημερώνει πώς δούλεψε και γιατί. Πρωτίστως δούλεψε το έργο του με αγάπη, το κοίταξε με τα μάτια της ψυχής του και του άνοιξε τα φύλλα της καρδιάς του. Παράλληλα άνοιξε άπειρα βιβλία, ελληνικά και ξένα, ερεύνησε, μελέτησε, συνέκρινε και κατέγραψε. Λόγω της μορφής του γραπτού θα μπορούσαμε, ποιητική αδεία, να του δώσουμε όνομα μουσικής σύνθεσης, ένα κοντσέρτο, ας πούμε, που εκτός από τα τρία μέρη έχει και πρελούδιο. Και δεν θα είμαστε μακριά από την ουσία του πράγματος, αφού το δημοτικό τραγούδι είναι και στίχος και μουσική και η μουσική του είναι κλασική στην ουσία της. Τη μουσική αυτή τη βλέπουμε και στον υπερρεαλίζοντα τίτλο – Η «αγαπώ»- στην ποιητική μορφή που έχει ο υπό-υπότιτλος «Πιάνω γραφή να γράψω…», στο μότο «Αρχίνησε χειλάκι μου, και συ γλώσσα ’πηρέτρα,/ και συ καημένε λογισμέ, όσα κι αν ξεύρεις, πε’ τα», στην ποιητική μορφή των επιμέρους τίτλων, όπως «Η έγνοια του εννιά», (γνοια-ννια, με παχύ «ν», κουδουνιστό, ηχηρό, ομοιοκατάληκτο που κάνει ρίμα, αλλά και θυμίζει: εννιά οι Μούσες, εννιά τα βιβλία της Σαπφούς). Τίτλοι δηλαδή που στην ουσία τους είναι στίχοι μελημένοι, μετρημένοι, υπαινικτικοί, που υψώνουν την εργασία «κατακόρυφα», όπως κάνει η ποίηση που βασίζεται στα δημοτικά τραγούδια και όπως ο Σολωμός επισημαίνει σε γράμμα του στον Τρικούπη, και όπως «κατακορύφως» ο Καρυωτάκης νοιώθει να αναρπάζεται από την «ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος» και ο Σεφέρης από «τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής» που ένοιωσε τη μουσική τους και οι τρεις «ποιος λίγο – ποιος πολύ, ποιος ρητά και προγραμματικά – ποιος σχεδόν αταβιστικά, έσκυψαν στο δημοτικό (τραγούδι) για να εδραστούν και να κατακτήσουν το ύφος τους…».

Συνεχίζουμε με άλλους τίτλους, «Τα νήματα της μνήμης» (με τις παρηχητικές συλλαβές τα-τα-της, νη-μνη-μης) και διαβάζουμε την πρώτη παράγραφο, ποίημα – βιογραφικό, προσωπικό ντοκουμέντο, ποίημα πάντως, όπου δεν διακρίνονται οι τομές ανάμεσα στους στίχους. Κι αμέσως μπαίνουμε στο περιεχόμενο. Το γραμμόφωνο, ο δίσκος ο παλιός ο μεγάλος, το θαύμα του Χριστού στη Βηθσαϊδά, που χρειάστηκε δυο φορές να φτύσει στα μάτια του τυφλού για να αναβλέψει «τηλαυγώς άπαντας». Γιατί δύο φορές; ο Μπουκάλας δεν κατάλαβε ποτέ, αλλά και για να καταλάβει κι εκείνος το δημοτικό τραγούδι δύο στάδια χρειάστηκε να το ακούσει, «τεντωμένο τ’ αυτί … τεντωμένη η ψυχή», στο πικάπ από όπου πρωτοάκουσε τα δημοτικά που «οργάνωναν –πανηγυρικά ή πένθιμα- τον χρόνο του σπιτιού, του χωριού, της περιοχής», πριν γίνουν ποιήματα και αναγνώσματα στα σχολικά βιβλία. Και όταν έγιναν πολλά – επιφυλλίδες στην Καθημερινή και ομιλίες και εκδηλώσεις και αφιερώματα – όλα και άλλα πολλά μαζί έγιναν ο τόμος που έχουμε στα χέρια μας και οι άλλοι που θα ακολουθήσουν. Και η σκέψη να γράψει δοκιμιακά αφηγήματα ή αφηγηματικά δοκίμια ή δοκιμηγήματα, ας τολμήσουμε να πούμε ερωτικά δοκίμια, μια και στη λέξη ακούω το ομηρικό «φιλότητι μιγήμεναι», δηλαδή υποφώσκει ερωτική συνεύρεση στα «δοκιμηγήματα». Και πράγματι, μια ερωτική διάθεση διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο γιατί και το είδος και ο όγκος μόνο από βαθύ έρωτα πρέπει να πηγάζουν.

Και σε αυτά τα δοκιμηγήματα θα μας μιλήσει για την ιστορία μιας λέξης -«Η αγαπώ»-, ενός μοτίβου, ενός τεχνάσματος, ενός συμβόλου που συστηματικά χρησιμοποιήθηκε από τον ανώνυμο ποιητή (το μαντίλι, η ελιά, το εννιά), ενός τραγουδιού κι ακόμα για την ιστορία της σχέσης ορισμένων ποιητών και της σχέσης τους με τη δημοτική ποίηση.

Και όλες ατές τις αφηγήσεις θα τις πει όχι ακαδημαϊκά, ψυχρά, επιστημονικά (στο τραπέζι του ανατόμου) αλλά σαν παραμύθι (έτσι έλεγε και ο Σεφέρης) και όχι από την εθνική οδό της ποίησης αλλά από την παρακαμπτήριο -τα δρομάκια. Όχι από τον κορμό του δέντρου, αλλά από τα κλαδάκια, με επαναλήψεις σαν τα τσακίσματα ή τα γυρίσματα της ποίησης, εν ολίγοις έτσι που να γοητεύει το αυτί και να δένει το νου με τα μάγια της ποιητικής γλώσσας. Συχνά αυτό που ξεκίνησε ως λεπτομέρεια ή παράδρομος γίνεται κύριο θέμα.

Το υλικό του είναι πλούσιο και από πολλές πηγές προερχόμενο. Ελληνικές και άλλες, ελληνόφωνες και αλλόγγλωσσες. Εκείνο όμως που προβάλλεται είναι πως το δημοτικό τραγούδι απηχεί αντιλήψεις όχι σαν τεκμήρια της συνέχειας της αρχαίας παράδοσης αλλά σαν κοινός τόπος ή πειστήρια της αξιοσύνης του ανώνυμου ποιητή και πιθανή ένδειξη του μηχανισμού της αναλογίας. Έτσι ένα δημοτικό τραγούδι μπορεί να θυμίζει Μελέαγρο, Ανακρέοντα, ή κάποιον από την Παλατινή ανθολογία, και να φτάνει στον Παλαμά. Ο Μπουκάλας παραθέτει τα σχετικά αποσπάσματα που τεκμηριώνουν όποια ιδέα προκύπτει.

Πόσα είναι τα ποιήματα; Εκατοντάδες ή πολλές χιλιάδες; Πλήρης ο κατάλογος των ανθολόγων και των μεταξύ τους διαφοροποιήσεων. Ποιήματα γνήσια και πλάι σ’ αυτά και «ανόητα» και «απροσάρμοστα» και «μωρότατα», «εκ του αταλαιπώρου της διανοίας μόνον εις τη δυστυχή ομοιοκαταληξίαν αφορώντος, ελάχιστα δε εις το νόημα». Ο μελετητής μπορεί να παρακολουθεί έναν στίχο από συλλογή σε συλλογή, για να επισημάνει τις διαφοροποιήσεις και να ανακαλύψει ποια τραγούδια είναι γνήσια, ποια παραλλαγμένα και ποια ψευδή και προς τον ορθό φρονηματισμό συμμορφωμένα. Ποια συλλογή είναι η εγκυρότερη; Του Νικολάου Πολίτη, βεβαίως. Τι συμβαίνει αν «πειράξουμε» τη γραμματική και το συντακτικό, αν παρεκκλίνουμε από τον κανόνα; Και ποιο το νόημα των παρεκκλίσεων, των παρετυμολογήσεων, των συνθέτων, ποια η καταγωγή μιας λέξης, η πορεία της στο χρόνο, η επιβίωσή της στη σύγχρονη ποίηση; Η libido π.χ. από τον Φρόιντ, στον Παλαμά, στον Σεφέρη ως λιβιδώ και η σχέση με τα λιμπά και τα λυμπά; Έχουν σχέση τα ερωτικά τραγούδια με τα μοιρολόγια; Για όλα υπάρχουν απαντήσεις. Και ειδικά για «εκείνη» που κρύβεται στον τίτλο, την «αγαπώ» ή «εκείνον», τον «αγαπό», που μάλλον πρόκειται για «ουσιαστικοποίηση ή χρήση άρθρων με αναφορική σημασία» και που απαντά σε δημοτικά τραγούδια από τον 15ο αιώνα.

Και το βιβλίο συμπληρώνουν διακόσιες ακόμα σελίδες βιβλιογραφίας. Ένα δάσος, ένας παράδεισος, ένας χείμαρρος πληροφοριών, σημειώσεων και παραπομπών. Η αφήγηση, τηρώντας το μέτρο, κινείται δωρικά ανάμεσα στην υψηλής αισθητικής πραγμάτευση της ιδέας και την λυρική έκφραση του συναισθήματος που πηγάζει από αυτήν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly