«Η φύση δεν έχει ούτε κουκούτσι ούτε κέλυφος»
Γκαίτε

Αν πραγματικό είναι καθετί που αντιστέκεται στο μηδέν, τότε, σύμφωνα με τον Παναγιώτη Δόικο, ο κυνισμός της εποχής μας οφείλεται στην απώθηση του ρομαντισμού μας. Ως απόηχος του προηγουμένου κι έναντι ενός υπερεκπολιτισμένου και νεοαναλφάβητου κοινού, ο καθηγητής πνευμονολογίας Κώστας Σπυρόπουλος παρουσιάζει στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα την ατομική του έκθεση με τίτλο «Αναλύσεις και Λύσεις».

Στην εν λόγω έκθεση, μέσα από μια ιδιάζουσα σύνθεση παράδοσης και μοντερνισμού, βλέπουμε να κατατίθεται μια άξια λόγου αφορμή για αναστοχασμό. Σε συνέντευξή του ο καθηγητής της Ιατρικής δηλώνει ότι προσπαθεί να ανοίξουν μάτια και όχι να λυθούν γλώσσες˙ εξάπαντος, η τέχνη που εκπροσωπεί είναι ορμητικά διαφανής, χωρίς να θέλει να αποκρύψει κάποιο μυστικό. Πρόκειται για τέχνη που βολιδοσκοπεί τη ζωή προκειμένου να επανεκτιμήσει την προοπτική της, καθότι αρέσκεται να αντλεί ερεθίσματα παίζοντας ψηλαφητά πάνω στην επιφάνεια των πραγμάτων. Όσον αφορά την τεχνική του, εύκολα διαπιστώνεται ο ρόλος ενός χρώματος «εν κινήσει» το οποίο αναδεικνύει τον καλλιτέχνη. Ο τελευταίος αντιδιαστέλλει την δική του ανιδιοτέλεια με την ειλικρίνεια των αντικειμένων˙ αποτέλεσμα αυτού είναι η παραγωγή μιας αυθεντικής pop art (teenage culture) ικανής να απελευθερώνει –όπως το αντίστοιχο κίνημα της δεκαετίας του ᾿60– τη λαϊκή κουλτούρα με το να ρίχνει μια ρεαλιστική ματιά πάνω στα τετριμμένα και καθημερινά. Ο εικαστικός Σπυρόπουλος διακατέχεται από μια καινοτόμα αισιο-δοξία, ήτοι, από μια «καλή» άποψη για τα πράγματα. Απολαμβάνει τη ζωή καθημερινά, ακόμα και όταν δεν εξελίσσεται όπως επιθυμεί, γι᾿ αυτό και μπορεί να ειρωνεύεται εντέχνως το κατεστημένο (κάθε φορά) νόημα. Ξέρει καλά πως όπου δεν υπάρχει παρόν, δεν μπορεί να υπάρξει και παρελθόν. Κάθε αστική αξία εντελώς απογυμνωμένη πια, δεν διαθέτει κάτι προς επίδειξη πέρα από τη ρηχότητα την οποία φέρει. Έτσι, η εικαστική του σκέψη γίνεται ένα βλέμμα που επιδέχεται την ίδια του την αυτο-μεταβολή, συντελώντας στην επανίδρυση ενός κλίματος συλλογικού αυτοστοχασμού, αφού προηγουμένως μας προτρέψει να συμφιλιωθούμε με την εντοπιότητα που μας αναλογεί. Σαν να επιχειρεί να εισέλθει σε νέες σχέσεις που προκαλούν καινούργιες συναισθηματικές αποκρίσεις. «Η μετουσιωμένη σε θέληση επιθυμία διαπνέει και νοηματοδοτεί την εμβάθυνση και την αναδημιουργία που είναι θεωρητικοπρακτικές δράσεις μέσω των οποίων η συνείδηση του είναι-εν εαυτώ-μέσα-στον-δεδομένο κόσμο γίνεται συνείδηση του είναι-δι᾿ εαυτόν-μέσα-στον-δικό της ιδιόκοσμο» (Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Καιρός, Αλεξάνδρεια, σ. 250).

Ο Κώστας Σπυρόπουλος μάς δελεάζει με τη συναρπαστική ανησυχία των μορφών του, καθώς και με τον παλμό της γαλήνης που λανθάνει στην ακτινοβολία τους. Αφουγκραζόμενος τον κόσμο ως φεγγαρόφωτο, ολωσδιόλου ποιητικά δηλαδή, ο πατρινός πνευμονολόγος πασχίζει να δώσει λόγο σε ό,τι δεν ομιλεί. Και το πετυχαίνει –ο Giacomo Leopardi θα γράψει κάποτε: «κι είναι γλυκό να ναυαγείς σ᾿ αυτή τη θάλασσα» (E il naufragar m᾿ é dolce in questo mare) .