η μάνα μου πέθανε
κείτεται νεκρή κάτω από το χώμα
έκανα όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι σε αυτές τις περιπτώσεις
φώναξα παπά
της διάβασε
είπα κι ένα λόγο
την έκλαψα κιόλας

η μάνα μου είναι ζωντανή κάτω
από το χώμα,
είναι ικανή,
θα της ανάψω ένα φως
να βλέπει μεσ’ στον τάφο της

μου έλεγε ότι θάθελε να βλέπει όταν θάναι νεκρή
ακόμη και τα μυρμήγκια που περπατάνε πάνω της
να τρώνε το κουφάρι της
η μάνα μου δεν άντεχε τη μοναξιά
φοβόταν την τρέλα και τους κλειστούς χώρους
ήταν κλειστοφοβική
κι αναρωτιέμαι πώς θ’ αντέξει τόσους αιώνες στη μοναξιά της
μου ζήτησε
να ανοίγω το καπάκι μέσα από το χώμα
πού και πού,
να σκύβουμε το κεφάλι μεσ’ στην τρύπα
κι εγώ κι ο αδελφός μου
να βλέπει αν είμαστε καλά,
αν έχουμε αδυνατίσει

η μάνα μου είναι πεθαμένη
ανάμεσα στις πέτρες στα χώματα και στα χαλίκια
όπου από πάνω παίζαμε μπάλα μικροί
κάποιες νύχτες σηκώνεται ανήσυχη
κουνιούνται το χώμα και τα χαλίκια
κι ένας αέρας ακούγεται σαν φωνή
θέλει να δει αν ακόμη τρώμε
αν ακόμη προσέχουμε την υγεία μας,
αν προσέχουμε τα παιδιά μας,
αν έχουμε διαβάσει

η μάνα μου δεν ξέρει από χρόνο
ολόκληροι αιώνες είναι μια στιγμή στα χέρια της
η δική της παιδική ηλικία και η δική μας
τα δικά της όνειρα και τα δικά μας

ακίνητη βαθιά στο χώμα βλέπει τις χαλασμένες ρίζες των φυτών
τα χόρτα που δεν μπορεί να μαγειρέψει
ούτε για μένα, ούτε για τον πατέρα της
ούτε και για τον Θεό της προφανώς

δεν μπορεί να ξέρει
αν είμαστε το βράδυ σκεπασμένοι στο κρεβάτι
κι αυτό την τρομοκρατεί,
όχι ο θάνατος

κάποια στιγμή κάτω από τον τάφο
μου φώναξε να της θυμίσω το όνομα του πατέρα μου
με κοίταξε παράξενα που δίστασα για λίγο
της είπα Στέλιος
αν και νομίζω ότι ήθελε να ακούσει
ότι την τυράννησε πολύ,
ο πεθερός μου, μου πούλησε το σπίτι
είπε,
πήρε την προίκα μου,
χωρίς να με ρωτήσει
και ήταν σαν να σκότωσε τον ίδιο τον πατέρα μου,
και μένα μαζί,
είπε,
η συμμαθήτρια της η Καραμανλή
κείτονταν στο διπλανό κρεβάτι,
στο νοσοκομείο,
λίγους μήνες πριν,
με ανοιχτό το στόμα,
σαν να περίμενε το θάνατο να μπει μέσα της
σαν τα έντερα της ψυχής της
να είχαν λιώσει από μέσα της
μου είπε ότι ήταν συμμαθήτριες,
αλλά η μάνα μου 2 χρόνια μεγαλύτερη
γιατί κατέβηκαν από τα ανταρτόπληκτα χωριά
στη Λάρισα

τότε άρχισαν να βγαίνουν όλα από μέσα της,
μου είπε ότι προδόθηκε από την αδελφή της,
πως την έκλεψε η Αλβανίδα γυναίκα,
πως έχασε τον αγαπημένο της αδελφό,
πως σκότωσε τη μάνα της,
κατά λάθος,

άδειασε από μέσα της
όπως αδειάζει η διάρροια τον νεκρό

θα ανάψω το φως στο τάφο της
να βλέπει λίγο καλύτερα τον πόνο της
και την αγάπη της για μας
που είναι καρφωμένη στην καρδιά της
θα αφήσω λίγο αέρα να μπει στο δωμάτιο του τάφου της
να στρίψει το κεφάλι της λίγο αριστερά,
λίγο δεξιά,
να ξεπιαστεί λίγο από τις σκοτούρες της,
να θυμηθεί λίγο πιο αισιόδοξα τη ζωή της,
να δει τον εαυτό της,
όχι τους άλλους

να της πω,
ότι το βράδυ πλέον δεν ξεσκεπαζόμαστε στο κρεβάτι μας,
ούτε εγώ, ούτε ο αδελφός μου

ένα μάρμαρο κι ένας σταυρός
του Χριστού,
κι από κάτω το χώμα,
κι από κάτω το σώμα,
να περιμένει αιώνια,
στην ακινησία,
κάτω από την άπνοια της Μεσόγειου,
αυτή είναι η μάνα μας

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Édouard Boubat.]