Μετάφραση: Βικτώρια Μπονάρεβα, Βασίλης Χουλιαράς

Σήμερα, το λυπημένο σου βλέμμα αντικρίζω·
τα λεπτά σου χέρια που αγκαλιάζουν τα γόνατα.
Άκουσε: μακριά εκεί, στη λίμνη Τσαντ,
μια πανέμορφη Καμηλοπάρδαλη περιδιαβαίνει,

με μακαριότητα προικισμένη και ευγένεια.
Το δέρμα της ένα μαγικό αχνάρι το κοσμεί,
που μόνο με το σεληνόφως θα τολμούσε κανείς να παραβάλει,
σα συνενώνεται και σα λικνίζεται στην υγρασία των λιμνών.

Από μακριά με πανί χρωματιστό κάποιου πλοίου ομοιάζει
και το βάδισμά της μαλακό, σαν πτήση χαρμόσυνη πουλιών.
Ξέρω πως πολλά θαύματα βλέπει η γη
όταν σε μια μαρμάρινη σπηλιά τρυπώνει στη δύση.

Θα μπορούσα να σου διηγηθώ εύθυμες ιστορίες από παράξενες χώρες,
για μια μαύρη παρθένα, ενός νέου ηγέτη το πάθος,
αλλά εσύ για πολύ καιρό ανάσανες τη βαριά ομίχλη
Δε θες να πιστέψεις σε τίποτα πέρα από τη βροχή.

Και εγώ; πώς να σου διηγηθώ για τον τροπικό κήπο;
για τους καλλίγραμμους φοίνικες; για τις μυρωδιές αδιανόητων βοτάνων;
Κλαις; Άκουσε… μακριά εκεί, στη λίμνη Τσαντ,
μια πανέμορφη Καμηλοπάρδαλη περιδιαβαίνει.

[Το ποίημα γράφτηκε το 1907, για τη φίλη του Γκουμιλιόφ, Άννα Αχμάτοβα, την οποία και παντρεύτηκε τρία χρόνια μετά.

Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]