Σταύρος Σταμπόγλης, Διηγήσεις πόλεων, Κέδρος, Αθήνα 2016.

Μια προνομιούχος θέα των πόλεων

[…]
Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν
χρώματα και καλπασμός.
Και τι θα μπορούσαν οι λέξεις δίχως άνεμο, δίχως σώμα·
δίχως εμένα. Θα σβήσουν στην ελαφρότητα κάποιου ελιγμού,
θα πνιγούν στην ακινησία μιας πίστης, θα φτάσουν σκάφανδρο
ασφυξίας. Σταύρωση εν σιωπή

Πρόκειται για το οριακό σημείο που συναντώνται (αν συναντηθούν φυσικά) ο πολίτης με την πόλη του, η μονάδα με το σύνολο, σε μια άρρηκτη σχέση που -εν δυνάμει ανατρεπτική- ενσωματώνει όνειρα, ελπίδες, αξίες από καιρό απολεσθείσες. Πρόκειται πρωταρχικά για την έννοια που κινητοποιεί τα ακίνητα και τα αθέατα ιδεατά με τη ρεαλιστική αντιμετώπιση του ανθρώπου-πολίτη, ως συμβολή στη ζωή που επιθυμεί τη διαιώνισή της. Είναι η ποίηση, άραγε, ο ιδανικός μοχλός για να ανατρέψει καταστάσεις παγιωμένες και να αφυπνίσει αντιστάσεις εν υπνώσει; Ο ποιητής πιστεύει πως ο ποιητικός λόγος -μακάρι δυνατός- έχει εγγενή την ικανότητα να εγείρει αιτήματα, προκειμένου να μην επέλθει η δρομολογημένη σταύρωση εν σιωπή.

Στις διηγήσεις πόλεων συναντάμε την οπτική του πολίτη-παρατηρητή στη θέα που προσφέρουν οι τόποι, αγαπημένοι και κινητήριοι μοχλοί των μνημονικών εικόνων. Και όπως κάθε εικόνα που αποτυπώνεται στη μνήμη μεταπλάθεται άλλοτε σε ονειρικό τοπίο και άλλοτε σε ζοφερή απευκταία επαναφορά, έτσι και αυτές οι πόλεις διηγούνται ιστορίες μέσα από τη νοητική επεξεργασία που έχουν υποστεί αναπόφευκτα στη συνείδηση του ποιητή.

[…]
Παλαιά αιματοχυσία όπου αναπαύονται οι αγιογραφίες.
Ενάμισι μάτι έκπληξης το μισοκρυμμένο πρόσωπο του αρχάγγελου.
Με παρατηρεί πριν επιστρέψει βιαστικά πίσω απ’ τη
ρωγμή του. Κι εγώ οσμίζομαι υγρασία ορυκτών. Aluminium
και σταγόνες σιδήρου στις κλειδώσεις. Δακτυλικά αποτυπώματα
θεού. Ό,τι συμπυκνώνεται για να προστατευθεί απ’ το
αστραπιαίο. Σύνδρομο ακινησίας. Ίσταμαι καύσιμο προσμονής.

Ίσως δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται κάθε φορά ο τόπος με την ονομασία του. Οι λέξεις που αποδίδουν την αίσθηση του τοπίου θα μπορούσαν να λειτουργούν και κάτω από την προσωπική επεξεργασία του εκάστοτε αναγνώστη, ο οποίος (μυημένος στα ποιητικά πράγματα και απολαμβάνοντας την ενσωμάτωσή του στους στίχους) διαβάζει κάθε φορά διαφορετικά την εικόνα της πόλης που ιστορείται ενώ η ίδια ιστορεί. Γιατί αυτές οι πόλεις έχουν μια προσωπική σχέση με τον πολίτη τους, ίσως διασώζοντας εκείνη τη μακρινή αρχική τους έννοια ως χώροι που μεταλλάσσουν τον ιδιώτη σε πολιτικό ον, που συμμετέχει στα αφορώντα στην πόλη, και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο αποκτά την ιδιότητα αυτή. Είναι λοιπόν, κάτω από αυτό το πρίσμα, πολιτική και η ποίηση που θυμίζει αυτούς τους ξεχασμένους ρόλους; Αν εννοηθεί ως κινητήρια δύναμη για υπνώττουσες συνειδήσεις, τότε φυσικά και είναι, σε μια ιδιότυπη στράτευση που καμία σχέση δεν επιτρέπεται φυσικά να έχει με ευτελείς φθοροποιούς σχηματισμούς της σύγχρονης πολιτικής. Είναι πολιτική με την ουσία της έννοιας, καθώς καθιστά τον ποιητή-φορέα της εισηγητή μιας ανατροπής που δεν είναι οραματική (όπως ίσως την εννοούν κάποιοι ρομαντικοί και ατελέσφοροι σε υλοποιήσεις ιδεών) αλλά ίσα-ίσα απολύτως ρεαλιστική στον βαθμό που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντος τον άνθρωπο ως μονάδα ενός συνόλου σε αδιάσπαστη σχέση με αυτό.

[…]
Και του λόγου μας πορευόμαστε μ’ ό,τι μας αναλογεί απ’ το
σφάγιο. Αντίδωρο επιβίωσης. Ναι, επιβιώνουμε απ’ τις
καταθέσεις επιβολής. Κάτι σαν εκταμίευση συνενοχής.

Ξαναχτίζονται, λοιπόν, οι πόλεις; Υπάρχει ελπίδα ανασύστασης του πυρήνα τους; Ο ποιητής, ως αρχιτέκτων, επιλέγει τα υλικά και ολοκληρώνει τα σχέδια. Οι λέξεις είναι θηλυκές, κατά την άποψή του, και με αυτή την ιδιότητα γεννούν σχήματα λόγου αρχικά και κατόπιν προτάσεις ζωής.

[…]
Πλήθος τα πλήθη κινούν και πληθαίνουν πηγαίνοντας προς τη σύνθεση
μιας αθανασίας ακόμη.

Με τα παραπάνω δεν αφήνεται να εννοηθεί ότι η ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη είναι αισιόδοξη. Άλλωστε ποτέ η αληθινή ποίηση δεν αποπνέει μια αφελή αίσθηση αλλαγής του κόσμου. Ο ποιητής ανοίγει τον εσωτερικό του κόσμο προκειμένου να προσφέρει μια θέαση (ρεαλιστική και ζοφερή συχνά) από προνομιούχο θέση. Αυτά που παρουσιάζει έχουν μέσα τους τον σπόρο που φιλοδοξεί να γίνει δέντρο, και που ίσως ποτέ δεν γίνει. Θα δει, θα εξηγήσει, θα υποκρύψει ακόμη περισσότερα από αυτά που θα καταγράψει, θα δείξει την κατάντια των κάποτε αγαπημένων τόπων στον απόλυτο εξευτελισμό τους, θα απογοητευθεί, θα αντιληφθεί το αδιέξοδο, και θα απαιτήσει από τον αναγνώστη του να συνεχίσει αυτός. Με τα δικά του αποθηκευμένα, με τα δικά του οραματικά και τις δικές του πόλεις. Μόνο που αυτός θα πρέπει να δει και τον εαυτό του να αποκτά υπόσταση μέσα στο πλήθος των ανθρώπων των πόλεων, που μόνο μάζα απρόσωπη δεν είναι, ίσα-ίσα αποτελείται από μονάδες αυτόνομων μεν αλλά συμπορευομένων συμπασχόντων με συνείδηση απόλυτη της κοινής μοίρας.

Ο λόγος του ποιητή είναι κρυπτικός, όσο χρειάζεται. Μεταφορικός και υπαινικτικός, όσο πρέπει, για να προκαλέσει ερμηνείες πολλαπλές. Εν τέλει καθημερινός και λιτός μέσα στην απλότητα των ουσιαστικών εικόνων που μας περιτριγυρίζουν.

Από ψηλά αντιλαμβάνεσαι του ορίζοντα τον πύρρειο θρίαμβο
καθώς βυθίζεται ο ήλιος στη σταθερότητα και την εκτοπίζει.
Ως να είναι ο τόπος ένα νεράκι.
Κρούουν τα βότσαλα απλά πράγματα. Στα χαμηλά η μέρα
ονειρεύεται αναρριχήσεις.

Αυτές οι αναρριχήσεις ίσως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που έχει να δώσει αυτή η ποίηση. Με δεδομένη τη δυσκολία αλλά και με την αισιοδοξία που προσδίδουν πάντοτε τα απλά πράγματα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Jean-Philippe Charbonnier.]