Χιονισμένα αντίσκηνα τη νύχτα
ψυχές νοτισμένες από υγρασία
χέρια κοκαλωμένα από το κρύο
μάτια θολά από την πλημμυρίδα των δακρύων
κάπου κάπου βλέπουν στ’ όνειρό τους
το στοιχειωμένο τους σπίτι
την ώρα που οι οβίδες σφύριζαν δραματικά
την ημερομηνία της λήξης του.

Στην πόρτα του καλωσόριζαν με χαμόγελο
κάθε φορά την ίδια ώρα τον νέο χρόνο
που ερχόταν απρόσκλητος
σαν τις οβίδες.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]