Ονειρευόταν το Δημόσιο. Το «βρέξει χιονίσει…» Πάνω που τελείωσε τo εξατάξιο, έχασε τον πατέρα της, βρήκαν ένα βουλευτή, του τάξανε, δυο εμείς του λέει η μάνα της, τέσσερις οι παππούδες , αδέλφια, ανίψια, μάνι-μάνι μαζεύονται εικοσιπέντε. Τη βάλανε στο υποθηκοφυλακείο. Έκανε μεγάλη χαρά. Χρόνια χωμένη στους φακέλους δεν παραπονιότανε. Της άρεσε η κουβέντα.

«Πόσα παιδάκια έχετε; Εργάζεται η σύζυγος; Το σπίτι, προικώο;» Τέτοια.

Αν της λάχαινε κανένας άγαμος, έφερνε το χέρι στα μαλλιά, την έπιανε μια θέρμη, μυρμήγκιαζε ολόκληρη. Μ’ αυτά ζούσε. Μια μέρα, ξαφνικά, την τύλιξε το βουητό. Ήρθανε σμάρια οι μέλισσες και μπήκανε στ’ αυτιά της. Τις έδιωχνε με τα δάχτυλα, με τα νύχια, τίποτα. Έπιανε το κεφάλι και με τα δυο της χέρια και το χτυπούσε. Οι άλλοι, τη συμπονούσανε.

«Μεγαλοκοπέλα. Δε γνώρισε τη γλύκα του άντρα».

Μετά, άρχισε τις αναρρωτικές. Δυο-τρεις μέρες , μια βδομάδα, ένα μήνα, έφυγε από τη δουλειά.

«Οι μέλισσες», έλεγε παντού, «με φάγανε».

Ζούσε πια με τα φάρμακα. Κουτιά ολόκληρα κατάπινε. Άρχισε ν’ ανασκαλεύει τα παλιά. Φωτογραφίες, γράμματα, βιβλία του σχολείου, τετράδια. Μέσα στο τετράδιο της έκτης τη βρήκε. Ολοκαίνουργια. Μπροστά ήταν όλες τους κάτω απ’ το έλατο και πίσω οι ευχές και τα ονόματα. Μαζί της κοιμόταν και ξυπνούσε. Θυμήθηκε και τα τραγούδια. «Τρίγωνα-κάλαντα», «Καλήν εσπέραν», «Αρχιμηνιά»… Τα ’πιανε ένα-ένα μες στο κατακαλόκαιρο, με σειρά. Γυρίζανε και την κοιτάζανε. Στην «Άγια Νύχτα» κόλλησε. Τότε της μπήκε και η ιδέα. Είχε κρατήσει μερικά τηλέφωνα.

«Να συναντηθούμε. Να πούμε και την Άγια Νύχτα». Βιάζονταν να της το κλείσουν. «Να δούμε η μια την άλλη. Να ’χουμε έναν σύνδεσμο. Να πούμε και την Άγια Νύχτα».

«Όταν κοντέψουν τα Χριστούγεννα», της είπε μια τους, «τα ξαναλέμε». Ησύχασε δυο τρεις μέρες.
Ήρθαν οι γιορτές κι οι μέλισσες, κυψέλες τώρα ολόκληρες. Νύχτα μέρα εκεί την κρατούσανε. Με τις χούφτες τα κατέβαζε. Τίποτα. Από τα χαράματα όρθια να πατά τα νούμερα. Στην άλλη άκρη, βουβαμάρα.

Την παραμονή, δεν πρόλαβε καλά-καλά να τα ακουμπήσει, «μωρή τρελή, ουστ, χριστουγεννιάτικα», αντρική φωνή, μαλλιαρή, άγρια. Παγωμένο νερό χύθηκε στη ραχοκοκαλιά της και την πέρασε πατόκορφα.

Αργά το βράδυ, έπιασε τα τραγούδια. Ένα ένα: «Ω, έλατο», «Χριστός γεννήθηκε»… Για το τέλος άφησε την «Άγια Νύχτα». Κούρνιασε κάτω από το πάπλωμα και σιγανά-σιγανά την τραγούδησε. Κουρνιασμένη τη βρήκε το πρωί ύπνος κακός.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]