1. Δημήτριου Παπαρρηγόπουλου, Ποιήματα, Νεοελληνική βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2006. Πρόκειται για έναν από κείνους τους ποιητές που είναι δύσκολο να τους διαβάσεις, αν δεν λάβεις υπόψιν σου το πλαίσιο της εποχής μέσα στην οποία έγραψαν. Ο Παπαρρηγόπουλος ήταν ήδη ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας, όταν ο Παλαμάς έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο της ποίησης, και η προσπάθεια, η οποία γινόταν στα ελληνικά γράμματα, για να ξαναβρεθεί το νήμα, που χάθηκε κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ήταν ακόμα σε πρώιμο στάδιο. Μπορούμε να υποστηρίξουμε, ότι η μελαγχολία, η τόσο πρόδηλη στο έργο του Παπαρρηγόπουλου, πηγάζει ακριβώς από την κατανόηση, του πόσο έχει προχωρήσει η Ευρώπη ‒ιδίως σε επίπεδο ιδεών‒ και του πόσο πίσω έχει μείνει η Ελλάδα. Ωστόσο, το αίσθημα της μελαγχολίας δεν είναι τόσο επεξεργασμένο στην ποίησή του, τουλάχιστον όχι όσο είναι σε μεταγενέστερους ποιητές, όπως ο Καρυωτάκης, όπου είναι και πιο εμφανής η προσωπική διάσταση. Συχνά συναντούμε στα ποιήματα του Παπαρρηγόπουλου στοιχεία ηθικολογίας, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν ένα αίσθημα απέχθειας στον σύγχρονο αναγνώστη, όπως λ.χ. στο ποίημα «Το Έκθετον», όπου γίνεται μια καταγγελία για τις μητέρες που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, μια καταγγελία η οποία δεν συνοδεύεται και από κάποια προσπάθεια κατανόησης των αιτιών που μπορεί να οδηγήσουν σε μια τέτοια συμπεριφορά (ανέχεια, κοινωνικός αποκλεισμός κλπ.). Βέβαια, οφείλουμε να πούμε ότι ο πολυσέλιδος αυτός τόμος περιέχει και μερικά ποιήματα μιας σπάνιας ποιότητας, όπως λ.χ. το «Ελπίζω εις το Μέλλον», όπου σε έξοχους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους εκφράζεται ένα αίσθημα μελαγχολίας για το επερχόμενο, ή το ειδύλλιο «Ο Κλέφτης», με πρωταγωνιστή τον λήσταρχο Νταβέλη, όπου έχουμε μια λεπταίσθητη διαπραγμάτευση του ερωτικού θέματος. Είναι, λοιπόν, ο Παπαρρηγόπουλος ένας ποιητής, τον οποίο θα ήταν καλό να τον γνωρίσει κανείς μέσα από μια ανθολογία του έργου του – ευτυχώς οι εκδόσεις «Ερμής» έχουν μεριμνήσει επί του θέματος.

2. Μισέλ Ουελμπέκ, Η Δυνατότητα ενός νησιού, εκδόσεις της Εστίας, 2007. Ένα βιβλίο το οποίο ακροβατεί ανάμεσα σ’ έναν ρεαλισμό γεμάτο κυνισμό, και την Επιστημονική Φαντασία, καταργώντας τα μεταξύ τους όρια, για να μιλήσει τελικά για τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου. Με συχνές αναφορές στο έργο κορυφαίων συντηρητικών ή/και πεσιμιστών συγγραφέων όπως: ο Πλάτωνας, ο Μπαλζάκ, ο Μπωντλαίρ, ο Σοπενχάουερ, ο Κλάιστ κλπ., ο Ουελμπέκ καταφέρνει να αποκαλύψει κάτι από την σκοτεινή ρίζα του ανθρώπινου ψυχισμού και να μας κάνει να αισθανθούμε ότι όσες προσπάθειες κι αν γίνονται για την εξημέρωση των βάναυσων ενστίκτων του ανθρώπου από την πλευρά της θρησκείας, της τέχνης, της επιστήμης και της πολιτικής, είναι εκ προοιμίου καταδικασμένες. Όπως και στα Στοιχειώδη Σωματίδια, ο Ουελμπέκ θα χρησιμοποιήσει την ιδέα μιας σπουδαίας επιστημονικής ανακάλυψης, η οποία θα οδηγήσει τελικά στον μετασχηματισμό ολόκληρου του είδους. Ενώ όμως το μοτίβο αυτό είναι πλέον κλασικό στην Επιστημονική Φαντασία, εκείνος θα του προσδώσει μια καινούργια διάσταση, μπολιάζοντάς το με τον προαναφερθέντα υπαρξιακό πεσιμισμό του, για να το εκτρέψει σε πιο περίεργα μονοπάτια, τύπου Λάβκραφτ. Το βιβλίο θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στη φράση: Όποιο μέλλον και αν επιφυλάσσεται για τον άνθρωπο, θα είναι πάντοτε δέσμιος του παρελθόντος του ή, όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο υπό την μορφήν ερωτήσεως, Ποιος από σας αξίζει την σωτηρία;

3. Μια προσπάθεια που έκανα να διαβάσω τις Πρόζες του Μπέκετ (1945-1980, Πατάκης, 7η έκδοση, 2013) αποδείχτηκε μάλλον άκαρπη. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για έναν τεράστιο συγγραφέα, καταπίνεται όμως δυσκολότερα απ’ ό,τι ο Ουελμπέκ. Εδώ το βάρος πέφτει πιο πολύ στη γλώσσα, παρά στην πλοκή, αν και ορισμένες ιστορίες έχουν έναν αξιοσημείωτα δουλεμένο σκελετό –πράγμα το οποίο με κάνει να σκέφτομαι, ότι αυτού του είδους η μοντερνιστική γραφή δεν αποτελεί παρά τον πιο εκλεπτυσμένο απόγονο ρεαλιστικών ιστοριών τύπου Μοπασάν, παρά μια σουρεαλίζουσα λεξιλαγνεία (σκεφτόμουν να πω: τύπου Ζουράρι, αλλά απελθέτο απ’ εμού μου του σκαιού αναχρονισμού το ποτήριο). Όπως παρατηρεί και η μεταφράστρια στο επίμετρο της, ο Μπέκετ επιβεβαιώνει απόλυτα τη ρήση του Χέγκελ ότι η Λογοτεχνία είναι Φιλοσοφία με εικόνες. Πράγματι, εδώ, μια παράλογη αλλά άψογα δομημένη επιχειρηματολογία προκαλεί ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων, έτσι ώστε την μια να πιάνεις τον εαυτό σου να θυμώνει και την άλλη να γελά, όπως συνέβη σε ’μένα, μετά την ανάγνωση της ακόλουθης σκηνής: Ένας νεαρός υποχρεώνεται από τον πατέρα του να φορά συνεχώς ένα απαίσιο, πολύχρωμο καπέλο. Σκοπός του πατέρα είναι να υποβιβάσει τον γιό, για να αισθάνεται ο ίδιος πιο επιθυμητός από την νεότερη και πιο όμορφη εκδοχή του. Ο υιός σύντομα χάνει τ’ αβγά και τα πασχάλια, και δεν μπορεί να κάνει ούτε βήμα χωρίς να φορά το ηλίθιο καπέλο του –κυριολεκτικά σωριάζεται στο πάτωμα. Η κατρακύλα όμως δεν έχει τελειωμό, αφού σε λίγο θ’ αρχίσει να πράττει ανεξέλεγκτα τις φυσικές του ανάγκες ενώπιον των γυμνών οφθαλμών των αξιότιμων συμπολιτών του. Το ύφος τέτοιων κομματιών θυμίζει έντονα και την πρόζα του Κάφκα, μόνο που εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο ζόρικα, αφού υπάρχει κι ένα μάλλον δομικό στραμπούληγμα της γλώσσας. Σκοπεύω να επανέλθω σ’ αυτό το βιβλίο, όχι όμως για να περάσω «ευχάριστα» την ώρα μου…

4. Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Ο Σατανάς στο Γκόραϋ, Ίνδικτος, 2003. Το Γκόραϋ, μια μικρή απομονωμένη πόλη στην Πολωνία, πέφτει θύμα μιας λυσσαλέας επιδρομής Κοζάκων, οι οποίοι εξολοθρεύουν ένα μεγάλο μέρος του εβραϊκού της πληθυσμού. Το βιβλίο αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα στην Λιθουανία, την Ουκρανία και την Πολωνία, τα έτη 1640 με 1649, και έμεινε γνωστό ως Tach V’ tat. Πρόκειται για ένα μεγάλης έκτασης πογκρόμ, το οποίο εξαπέλυσαν οι φεουδάρχες των εν λόγω περιοχών, από κοινού με την Καθολική εκκλησία και τους χριστιανούς πληβείους, εναντίον των Εβραίων. Όπως εξηγεί και ο δρ. Henry Abramson, ο οποίος έχει δημιουργήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά διαλέξεων στο διαδίκτυο για την ιστορία του εβραϊσμού, μία εκ των οποίων είναι σχετική με τα γεγονότα του βιβλίου (βλ. εδώ), οι φεουδάρχες των συγκεκριμένων χωρών μίσθωναν ολόκληρες συνοικίες Εβραίων, ώστε να συλλέγουν τους φόρους. Για κάθε ενέργεια, την οποία έκανε ένας χριστιανός –ακόμη και θρησκευτικού χαρακτήρα– ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει ένα αντίτιμο σε κάποιο μέλος της εβραϊκής κοινότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να φουντώσει στα κατώτερα στρώματα του λαού ένα αντί-σημιτικό μίσος, το οποίο υποδαύλισε η κυρίαρχη τάξη. Το πογκρόμ των ετών 1640-1649, είχε τρομερό ψυχολογικό αντίκτυπο σε όλες τις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης και δημιούργησε ένα αίσθημα μεσσιανικής προσδοκίας.

Το βιβλίο του Σίνγκερ ξεκινά χρόνια μετά από τα γεγονότα αυτά, όταν η μέχρι πρότινος εγκαταλελειμμένη πόλη του Γκόραϋ αρχίζει και πάλι να κατοικείται. Ο γηραιός ραβίνος Μπένις, προσπαθεί να βοηθήσει τον λαό του να οργανώσει ξανά τη ζωή του εκεί. Όμως οι μνήμες των τρομερών γεγονότων είναι ακόμη νωπές και το αίσθημα του φόβου δεν λέει να καταλαγιάσει στις ψυχές των ανθρώπων, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να ζουν δίπλα στους ομαδικούς τάφους των συγγενών τους. Και ενώ ο ραβίνος επιμένει να νουθετεί το ποίμνιό του να παραμείνει στην οδό του Νόμου, εκείνοι αρχίζουν να παρεκκλίνουν όλο και περισσότερο προς τον μυστικισμό, διαβάζοντας τα απόκρυφα βιβλία της Καμπάλα. Και πάλι ο δρ. Abramson είναι διαφωτιστικός εδώ: Μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο στα 1455, τα καβαλιστικά βιβλία, τα οποία προορίζονταν μόνο για τα μάτια των πιο έμπειρων ραβίνων, έγιναν προσβάσιμα, σε όποιον γνώριζε απλώς και μόνον ανάγνωση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται τρομερές παρερμηνείες σε κείμενα τα οποία, ούτως ή άλλως, απαιτούσαν προσεκτικότατη μελέτη. Έτσι στο Γκόραϋ, μια χούφτα, κατά βάσιν αμόρφωτων ανθρώπων, παρουσιάζονται ως κάτοχοι της σοφίας και διδάσκουν στον κόσμο τις αλλοπρόσαλλες θεωρίες τους. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, αγγελιοφόροι φέρνουν νέα από την Ιερουσαλήμ, ότι έκανε την εμφάνισή του ο Μεσσίας! Ο Σίνγκερ αναφέρεται και πάλι σε ένα ιστορικό γεγονός, κατά το οποίο ένας άνθρωπος ονόματι Σαμπατάι Σέβι, επηρεασμένος και ο ίδιος από την αποκαλυπτική διάθεση της εποχής, παρουσίασε τον εαυτό του ως Μεσσία. Πολλοί Εβραίοι σε ολόκληρη την Ευρώπη εντυπωσιασμένοι από την προοπτική, σπεύδουν με καραβάνια στην Ιερουσαλήμ για να γίνουν μάρτυρες του επικείμενου τέλους της Ιστορίας. Το ήδη βεβαρυμένο ψυχολογικό κλίμα του Γκόραϋ επηρεάζεται ακόμα περισσότερο από την είδηση. Ο σοφός ραβίνος Μπένις προσπαθεί να συγκρατήσει τον λαό του από το να πέσει θύμα της λατρείας του ψευδο-μεσσία, είναι όμως πολύ γέρος και οι δυνάμεις του τον έχουν εγκαταλείψει. Ο Σίνγκερ περιγράφει με μαεστρία την θρησκευτική παράκρουση που ακολουθεί, σ’ ένα βιβλίο, το οποίο ανατέμνει την ψυχολογία των μαζών, δείχνοντάς μας ότι το πλήθος αρέσκεται, κατά κανόνα, ν’ ακολουθεί τον εύκολο δρόμο, που είναι, συνήθως, και ο δρόμος της καταστροφής του. Αν κάτι με ξένισε στην ιστορία, ήταν ότι στο τέλος λαμβάνουν όντως χώρα κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο υποσκάπτει, την κριτική που είχε ασκηθεί προηγουμένως στην δεισιδαιμονία και την ευκολοπιστία του μέσου ανθρώπου. Όπως και να ’χει, πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, το οποίο συνιστώ κανείς να το διαβάσει με βροχερό καιρό, ώστε να αισθανθεί πιο ζωντανά την ζοφερή του ατμόσφαιρα.

5. Το Καραβοφάναρο στο Μαύρο νερό, του Κολμ Τομπίν, κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Gutenberg, στην εξαιρετικά καλαίσθητη σειρά Aldina, την οποία επιμελήθηκε ο Δημήτρης Αρμάος. Είχα την τύχη να τον συναντήσω κάποιες φορές, αλλά την ατυχία να μην γνωρίζω το μέγεθος του ανδρός που στέκονταν μπροστά μου. Διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, αισθάνθηκα κάτι από την αγάπη που θα πρέπει να έτρεφε αυτός ο άνθρωπος για τη γλώσσα μας. Το κείμενο είναι τόσο προσεγμένο, ώστε μοιάζει λες και γράφτηκε εξαρχής στα ελληνικά! Πράγμα το οποίο μου φέρνει στο νου ένα δοκίμιο του Γιώργου Πινακούλα, για το νεοελληνικό μυθιστόρημα, στο οποίο υποστηρίζει, ότι μπορεί να μην διαθέτουμε σπουδαίο νεοελληνικό μυθιστόρημα, όμως ορισμένες μεταφράσεις βρίσκονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε πραγματικά να καλύπτουν αυτό το κενό.

Ότι το Καραβοφάναρο στο Μαύρο Νερό είναι μια τέτοια περίπτωση, το καταλαβαίνει κανείς ήδη από την μετάφραση του τίτλου. Στο επίμετρο, η Αθηνά Δημητριάδου, μας πληροφορεί ότι συμβουλεύτηκε λεξικό ναυτικών όρων για να αποδώσει στα ελληνικά το Lightship του πρωτοτύπου! Όταν λέμε, λοιπόν, Καραβοφάναρο, εννοούμε έναν φάρο, ο οποίος είναι τοποθετημένος πάνω σε πλοίο, και χρησιμοποιείται όταν καθίσταται αδύνατο να κατασκευαστεί κανονικός φάρος – η θάλασσα έχει, ας πούμε, υπερβολικά πολλούς υφάλους. Ο Τομπίν, στο βιβλίο του, δίνει μια συμβολική διάσταση του Καραβοφάναρου: είναι αυτό, το οποίο προσφέρει προσανατολισμό στους χαρακτήρες, ώστε να μη συντριβούν πάνω στις δυσκολίες της ζωής (το δε Μαύρο Νερό είναι το όνομα της περιοχής όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα, ήτοι το Μπλακγουότερ της Ιρλανδίας). Ο αδελφός της πρωταγωνίστριας Έλεν, ο Ντέκλαν, ανακοινώνει στην οικογένειά του ότι είναι ομοφυλόφιλος και ότι πάσχει από AIDS. Η ασθένεια αυτή, θα λειτουργήσει σαν στοιχείο συνδετικό ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, της γιαγιάς, της μητέρας, της Έλεν και του ίδιου, που βρίσκονται για χρόνια σε μια βαθιά και φαινομενικά ανεπίλυτη σύγκρουση. Το AIDS και η προκατάληψη απέναντι στην ομοφυλοφιλία, ενώ βρίσκονται συνεχώς στο προσκήνιο του βιβλίου, δεν αποτελούν ωστόσο το θέμα του. Το βάρος πέφτει πιο πολύ στην αποκρυπτογράφηση των οικογενειακών δεσμών, στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι δημιουργούν χάσματα μεταξύ τους και στον τρόπο με τον οποίο τα γεφυρώνουν. Αν θα έπρεπε, λοιπόν, να βρούμε τον βαθύτερο συμβολισμό του Καραβοφάναρου στο έργο του Τομπίν, θα λέγαμε ότι είναι η ανθρωπιά, η οποία καθοδηγεί τους χαρακτήρες να ξανασυναντηθούν, παρά τις αντιξοότητες ή μάλλον εξαιτίας τους.

Πρόκειται βέβαια για ένα βιβλίο, το οποίο στέκεται στους αντίποδες μιας συντηρητικής στάσης, όπως αυτή του Ουελμπέκ, απέναντι στην κοινωνία των δικαιωμάτων. Κι αισθάνομαι την ανάγκη εδώ να προχωρήσω σε μια τέτοια σύγκριση, αν και όχι στο βάθος που θα επιθυμούσα: Για τον Ουελμπέκ, η λέξη ανθρωπιά είναι λέξη αδιανόητη. Έχουμε να κάνουμε μάλλον με ένα καθεστώς, το οποίο προσπαθεί να εγκαταστήσει ο άνθρωπος, όταν έρχεται αντιμέτωπος με την βία των ίδιων του των αισθημάτων, και που στο πνεύμα του Δυτικού Πολιτισμού, μετά την Γαλλική Επανάσταση, συγκροτήθηκε ως Ανθρωπισμός. Το Απρόσβατον όμως του ψυχισμού, σύμφωνα με τον Ουελμπέκ, δεν επιδέχεται καμίας πραγματικής διαμεσολάβησης. Όπως είπαμε και πιο πάνω, θρησκεία, τέχνη, επιστήμη και… ανθρωπιά φαίνεται να μην πιάνουν διάρα, μπροστά στην ακατάβλητη δύναμη του Παράλογου. Το Καραβοφάναρο του Τομπίν, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1999, καθώς δηλαδή εκπνέει ένας αιώνας σφαγών και βίας απέναντι στον Άλλον, παρ’ όλη την ζεστασιά που μας κάνει να αισθανθούμε για τους χαρακτήρες του, δεν πείθει ότι θα μπορούσε ν’ αντέξει την τρικυμία, η οποία πάει να ορθωθεί ξανά στον εικοστό πρώτο αιώνα.

Κάτι που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε απ’ όλα αυτά είναι ότι όποιος ποντάρει στον Πεσιμισμό, ποντάρει σε σίγουρο άλογο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Marc Chagall.]