Είχε χιονίσει πολύ αυτό το χρόνο στο Αμβούργο – η πόλη ήταν ντυμένη στα λευκά έτσι όπως έπρεπε παραμονή Χριστουγέννων. Περπατούσε κι έβλεπε γύρω της παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινες σκούφιες, χιονισμένα στολισμένα έλατα στις πλατείες, κόσμο βιαστικό που έκανε τα τελευταία του ψώνια πριν τη μεγάλη γιορτή…

Ήταν λοιπόν μόνη τέτοια μέρα. Ήταν μόνη σε μια χώρα ξένη, με λιγοστούς φίλους και την δουλειά της μόνο να την κρατάει εκεί.

Παραμονή Χριστουγέννων στο όμορφο δυάρι ενός υπέροχου σπιτιού του 19ου αιώνα γεμάτο αντίκες στο εσωτερικό του. Βράδυ παραμονής Χριστουγέννων, στη Γερμανία… Όλοι στα σπίτια γύρω από το δέντρο, περιμένοντας να γευτούν το καθιερωμένο χριστουγεννιάτικο γεύμα με την καλομαγειρεμένη πάπια, τα Plätzchen, τα Christstollen και το ζεστό μυρωδάτο μπαχαρένιο κρασί που ζέσταινε το σώμα και τις ψυχές. Οι δρόμοι άδειοι, οι πόρτες ερμητικά κλειστές. Τραγουδάνε τα παραδοσιακά τους τραγούδια και ανοίγουν τα δώρα. Τα τραγούδια είναι όμορφα και η ατμόσφαιρα ζεστή από τα κεριά. Στις εκκλησίες ακούγεται η λειτουργία του Μπαχ και η κατάνυξη είναι διάχυτη παντού.

Εκείνη, στο σπίτι της άκουγε χριστουγεννιάτικα τραγούδια και θυμόταν τα Χριστούγεννα των παιδικών της χρόνων, τα κάλαντα στο χωριό του παππού, τις ευτυχισμένες στιγμές με την οικογένειά της. Την πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Ξύπνησε από το έντονο κουδούνισμα. Στην πόρτα στεκόταν η μητέρα μιας μαθήτριάς της. Την προσκάλεσε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Εκείνη μουρμούρισε μερικές δικαιολογίες αλλά η γυναίκα επέμενε. “Θα μας τιμούσατε αν ερχόσασταν. Θα περιμένω να ετοιμαστείτε”. Της άρεσε κατά βάθος αυτή η πρόσκληση, θα ξέφευγε από τον μικρό μοναχικό της χώρο μέρα που ήταν.

Το σπίτι τους ήταν σε ένα προάστιο του Αμβούργου. Διώροφο από εκείνα τα παλιά σπίτια του πολέμου αλλά φροντισμένο και καλοδιατηρημένο. Έκανε παγωνιά εκείνη τη νύχτα, χιόνιζε κιόλας και το είχε στρώσει για τα καλά. Ο χιονάνθρωπος της φάνηκε πως της χαμογέλασε στην είσοδο του σπιτιού και όταν άνοιξε η πόρτα την υποδέχτηκε όλη η οικογένεια με ιδιαίτερη χαρά. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν εξαιρετικό έτσι όπως άρμοζε σε μιά ελληνίδα νοικοκυρά. Γαλοπούλα γεμιστή, κόκκινο λάχανο, κρασί, γλυκά, τα πάντα. Η παρέα κεφάτη άρχισε τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Σε μιά γωνιά του σπιτιού οι παππούδες έλεγαν παραμύθια στα παιδιά κι εκείνα τα άκουγαν εκστασιασμένα. Στη συνέχεια ανοίχτηκαν τα δώρα και η στιγμή ήταν πραγματικά συγκινητική καθώς υπήρχε και για εκείνη δώρο κάτω από το έλατο. Αισθάνθηκε ξαφνικά τόση ζεστασιά σαν να ήταν με τους δικούς της ανθρώπους. Το τζάκι που έκαιγε στη γωνία ζέσταινε το χώρο αλλά η δική της ψυχή είχε ήδη ζεσταθεί από αυτούς τους ανθρώπους που την έκαναν μέλος της οικογένειάς τους. Όταν σηκώθηκε να τους αποχαιρετήσει η οικοδέσποινα της πρότεινε να κοιμηθεί μαζί τους εκείνη τη νύχτα. Εκείνη δέχτηκε με χαρά, έκανε τόσο κρύο έξω κι εκεί ήταν τόσο ζεστά κοντά σε ανθρώπους που της θύμιζαν το σπίτι της. Εκείνη την νύχτα, την τόσο ξεχωριστή κοιμήθηκε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και η μαγεία του την έκανε να αισθανθεί και πάλι παιδί. Εκείνη τη νύχτα είδε τα πιο όμορφα όνειρα και μπορεί έξω το χιόνι να έπεφτε πυκνό, εκείνη όμως είχε ζεστασιά στην ψυχή.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]