«Χαίρομαι που μου άρεσε», γράφω σε αγαπητό φίλο «το ποίημά σου». Ανοίγω πάντα τα συνημμένα αρχεία με την ενδόμυχη ανησυχία για το τι θα διαβάσω, ειδικά όταν ο αποστολέας τυγχάνει και γνωστός μου, ο οποίος συνήθως περιμένει όχι μόνο να το διαβάσω αμέσως, αλλά και να εκφέρω γνώμη και να το διορθώσω και να το επιμεληθώ, άσχετα από την ώρα, τη στιγμή και την ημέρα. Από το γεγονός και μόνο πως είμαι ονλάιν, ο άλλος θεωρεί πως είμαι διαθέσιμος να κάνω τα πάντα: μέχρι και διαδικτυακό σεξ. «Δεν θα μου πεις μια κουβέντα για το ποίημα;», επιμένει χωρίς να καταλάβει πως του έγραψα το καλύτερο κομπλιμέντο που έχω στη φαρέτρα μου, γιατί το αμέσως χειρότερο θα ήταν το ευαγγελικό «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο».

Χαίρομαι λοιπόν, όταν διαβάζω ένα ωραίο ποίημα. Χαίρομαι να έχω φίλους που γράφουν καλά, γιατί όταν οι φίλοι μου γράφουν καλά αισθάνομαι κι εγώ καλύτερα. Χαίρομαι να γράφουν ωραία τα νεαρά παιδιά γιατί κάποια μέρα δικό τους θα είναι το βασίλειο. Δεν χαίρομαι όταν βλέπω τους χθεσινούς νέους να μην χαίρονται με τους σημερινούς νέους, γιατί έχω παρατηρήσει την υφέρπουσα απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζουν τους «μετά από αυτούς». Πασχίσαμε τόσο να φτιάξουμε ένα ονοματάκι κι αυτό θα θαφτεί κάτω από τα κείμενα των πολύ νέων; Ναι, η δυσανεξία των νέων για τους νεώτερους είναι γνωστή και παλαιάς κοπής. Έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου, πριν σαράντα χρόνια:

(…) πρώτα πρώτα νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλά πρόσωπα τα οποία ακούγονται και εκτιμώνται παρ’ αξίαν. Έχουν δηλαδή καταφέρει, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο να θεωρούνται σπουδαίοι, ενώ δεν είναι. (…) Γιατί βλέπω ότι έχουν θεριέψει οι μετριότητες και μάλιστα τείνουν να γίνουν κατάσταση και σχολή ολόκληρη. Η σχολή της ασάφειας και της αταλαντοσύνης. Αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο να ξεχασθεί η έννοια και η ύπαρξη λογοτεχνικού ταλέντου. Έχουν πάρα πολλοί άνθρωποι μορφωθεί και μπορούν να στήσουν δυο πράγματα σε κείμενο. Ε, λοιπόν, αυτό βαφτίζεται αμέσως σε λογοτεχνικό κείμενο. Μαστιζόμεθα από μη λογοτέχνες οι οποίοι παριστάνουν τους λογοτέχνες. Και αυτό το πράγμα γίνεται δεκτό, διότι υπάρχουν ολόκληρες χορωδίες οι οποίες αναπέμπουν ύμνους.

Να χαίρεστε λοιπόν, αν μέσα σ’ αυτό το θέριεμα «μη λογοτεχνών που παριστάνουν τους λογοτέχνες» και το συνεπακόλουθο θέριεμα των εκδοτικών δραστηριοτήτων ‒γιατί «οίκους» πλέον δεν έχουμε‒ υπάρχει κάποιος που γράφει καλά. Καλή χρονιά, φίλοι μου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

κολλάζ του Antonello Silverini