Περπατάμε μαζί. Το χέρι μου χάνεται στο δικό σου κι εσύ το σφίγγεις προστατευτικά.

Στο ύψος των ματιών μου χαζεύω γυναικείες γάμπες πάνω σε ψηλοτάκουνα που ακούγονται ρυθμικά στο πεζοδρόμιο και δίπλα παντελόνια με άψογη τσάκιση. Περπατάμε πίσω τους. Χέρι-χέρι μαζί.

Είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς μια χρονιά στη δεκαετία του ’60 και η Αθήνα γιορτινή και χαρούμενη. Σαν κι εμάς… Παντού Αϊ-Βασίληδες, μπαλόνια, μουσική και κόσμος που πηγαινοέρχεται με χαμόγελο. Κι εμείς χαμογελάμε. Μαζί.

Γυρίζω το κεφάλι ψηλά και σε κοιτάζω. «Θα πάμε τώρα σε μια γιορτή», μου λες, κι εγώ πανηγυρίζω με ένα μπαλόνι δεντράκι, δεμένο στο χέρι μη τυχόν και απογειωθεί.

Στη γιορτή οι φίλοι σου με κανακεύουν κι εσύ καμαρώνεις. Πολλοί φίλοι, πολλοί γνωστοί, ολόκληρος σύλλογος, δεν θυμάμαι τι…

«Πάρε ένα λαχνό», με παροτρύνεις, βάζω το χέρι στο κουτί, τραβάω νούμερο. «2», λες μα δεν ακούω μες το θόρυβο αλλά δεν με νοιάζει. Είμαστε μαζί.

Ξαφνικά κάποιος φωνάζει το νούμερό μας: «2»!!! Και σχεδόν αμέσως κάτι πέφτει στο κεφάλι μου, ελαφρύ ευτυχώς, και όλα σκοτεινιάζουν. Είμαι κουκουλωμένη με πολλά μέτρα ολόμαλλου υφάσματος που θα ράψεις παλτό. Όταν ξαναβρίσκω το φως μου, εσύ γελάς χαρούμενος, με παίρνεις αγκαλιά και μού σκας χίλια φιλιά!

«Πάμε τώρα να πάρεις κι εσύ ένα δώρο», μού λες και περπατάμε ξανά χέρι-χέρι σε παιχνιδάδικο της Κάνιγγος. Διαλέγω έναν λαγό που τον κουρδίζω και χοροπηδάει συνέχεια. Σαν επιβράβευση γι’ αυτό το «κερδισμένο ύφασμα».

Ένα γκρι παλτό με μεγάλα κουμπιά που βλέπω να φοράς σε κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες νομίζω ότι το έραψες μ’ αυτό το «κερδισμένο ύφασμα».

Δεν πρόλαβες πολλές ακόμα Πρωτοχρονιές, αλλά σού πήγαινε όμορφα, είναι η αλήθεια…


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]