Όση ώρα σου μιλώ αναρωτιέμαι για τ’ όνομά σου. Σκέφτομαι πως ίσως είσαι μια λησμονημένη, ένα πλάσμα που υπήρξε μονάχα στη φαντασία μου. Κάθε τόσο χάνω την πίστη μου σε σένα. Μ’ αρκεί ο σπασμός σου που ξεθωριάζει, καθώς χάνεσαι στ’ όνειρο. Κάποτε σε βρήκα στα ποιήματα. Σε είπα μέτρο, μ’ όλη μου την ψυχή σ’ απήγγειλα μες στις ταβέρνες, μες στις ιστορίες και τους θορύβους. Μια φορά θα σ’ αγγίξω, θα φύγω μαζί σου προς ένα ξημέρωμα καταργώντας όλα εκείνα τα εμπόδια που λένε τα τραγούδια. Σαν βρεθώ κοντά σου, εσύ θ΄ανάψεις. Μονάχη σου θα σβήσεις ξαφνική, σαν τα σινιάλα που πνίγονται στο τίποτε. Η Μαρία των θορύβων θα πω σαν με ρωτήσουν. Για σένα απλώνω τα χέρια, για σένα η σπασμένη μου λύπη, πάνω στα παλιά αγγεία και τους ρυθμούς. Σ’ έναν έρωτα, σ’ αυτό πίνω απόψε, υψώνοντας το ποτήρι μου. Βάζω τη μουσική στη διαπασών, ανοίγω τα παράθυρα, ελευθερώνω όλα τα πνεύματα, έτσι που να τιναχτούν τα σύρματα σαν τις χορδές όταν γλεντάς. Ένας ερωτιδέας είκοσι σχεδόν χρόνων στα πόδια σου Μαρία.

Έπειτα σε παίρνει η πόλη. Γερνάς, μετρώ τα σημάδια σου στους ξαφνικούς σηματοδότες. Όσα έζησες είναι πια πόλεις κλειστές. Και τα στολίδια, τα στρας, τίποτε δεν κάνουν σ’ αυτές τις καρδιές συντρίμμια. Τίποτε.

Διάβασε ξανά και ξανά. Έξω κάποιον κυνηγούν. Μες στην αυλή του οφθαλμιατρείου φέραν μια καινούργια οικογένεια. Η Μαρία θα πρέπει γρήγορα να ξεχάσει. Θα πρέπει να δει τα παιδιά, να μάθει πού πονούν, αν πληγώθηκαν. Και έπειτα είναι εκείνες οι πρώτες νύχτες για όσους φθάνουν στο σταθμό. Κλαίνε, φωνάζουν πως πνίγονται, κρατούν μια φωτογραφία ενός κοριτσιού με φόντο το Κρόιτσμπεργκ όταν νυχτώνει.

Τίποτε δεν γνωρίζει γι’ αυτόν τον κόσμο. Έκρυψε το γράμμα μες στα ρούχα της. Χθες αντίκρισε έναν νεκρό. Πέθανε πριν το ξημέρωμα. Ώσπου να φανούν οι νοσοκόμοι τον ακούμπησαν ευλαβικά κοντά στις τριανταφυλλιές, κλείνοντας ευγενικά τα παλιά του μάτια. Κάτι τέτοιες ώρες γυρεύει το γράμμα, ν’ ακούσει τον ήχο του καθώς ξετυλίγεται μέσα της.

Αύριο κιόλας θα του γράψει. Πως είναι θαύμα ετούτος ο ήλιος όπως πέφτει πάνω στα παλιά αγάλματα. Εκεί έκρυβε από μικρή τα καλοκαίρια της. Και εκεί, στο Βερολίνο, θα την φωνάξει με το καινούργιο της όνομα. Πάολα, όπως στα βιβλία μες στο ηλιοβασίλεμα, κοντά στ’ αλλοτινά τείχη, στο πλέον προκεχωρημένο φυλάκιο.

Έπειτα πέρασαν αιώνες και ξετυλίχτηκε απαράλλαχτη η ίδια ιστορία. Δεν γνωρίζω ποιο ήταν το τέλος της Μαρίας. Ή αν την αυλή του οφθαλμιατρείου την κατάπιε το τέρας που λυμαίνεται τη ζωή μας. Είπαν πως έφυγε ένα πρωί δίχως κανέναν να χαιρετήσει. Ξημέρωνε Χριστούγεννα, η Μαρία, λένε, κοίταξε για λίγο πίσω της και έπειτα ξεδίπλωσε με μεγαλοπρέπεια τα παλιά φτερά της. Το Βερολίνο είχε πια πέσει. Ο πιο ωραίος σπασμός υπήρξε εκείνο το αλόγιστο βάδισμά της.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Denis Roche.]