Χριστούγεννα, μέρες γιορτών… Συνοδεύονται όμως από μια γλυκιά μελαγχολία. Στιγμές με φίλους και οικογένεια, ευχάριστες και δυσάρεστες. Έρχεται κάποια στιγμή εκείνη η ώρα που μένεις μόνος, εσύ και οι σκέψεις σου. Και τότε τι; Σκέφτεσαι τι έκανες τη χρονιά που πέρασε, τι δεν έκανες. Σκέφτεσαι τα λάθη σου, ανθρώπους που στεναχώρησες. Θυμάσαι ανθρώπους που έχουν “φύγει”, ανθρώπους που θα ήθελες δίπλα σου τέτοιες μέρες και δεν τους έχεις και άλλα πολλά.

Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι στο σπίτι της γιαγιάς, κάθε χρόνο όλα ίδια, ποτέ όμως δε θα βαρεθείς. Κάθε χρόνο η γαλοπούλα θα είναι κουτσή, ο θείος θα έχει γυρίσει ξημερώματα απ τη δουλειά πεινασμένος. Θα καθίσουμε στο τραπέζι, εκεί που θα πιστεύουμε πως φέτος θα φάμε ήρεμα, χωρίς καβγάδες, θα ξεκινήσει ο καθιερωμένος τσακωμός για την πολιτική. Κάπου εδώ, η γιαγιά που τόση ώρα θα μας παρατηρεί αμίλητη, θα κάνει αισθητή την παρουσία της λέγοντας «μην τσακώνεστε, παιδιά μου». Θεσμός θεωρείται πλέον και η αναβίωση ενός παιδικού τσακωμού μεταξύ αδελφών. Ο λόγος; Ένα ποδηλατάκι ή αυτοκινητάκι με πετάλια (ποτέ μου δεν κατάλαβα). Ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια του πατέρα μου, το όποιο ο μικρός του αδελφός χάλασε πριν περίπου 45 χρόνια. Ο πατέρας θα νιώσει πάλι 5 χρονών και θα πει «είχα το ποδηλατάκι μου και μου τό ’κανες βίδες. Θέλω το ποδηλατάκι μου».

Μια επανάληψη του χριστουγεννιάτικου μεσημεριού θα ξαναζήσουμε τα Θεοφάνια, στη γιορτή του πατέρα. Ευτυχώς σε πιο ήπιο τόνο. Κάθε τέτοια μέρα κυριαρχεί το συναίσθημα ότι φτάσαμε στο τέλος των γιορτών. Από την επόμενη μέρα αλλάζουν όλα, ξανά όλοι σε πρόγραμμα…

Φέτος δε στόλισα. Την ώρα που στολίζω με κυριεύει ένα παράξενο συναίσθημα, που στο τέλος αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Το χειρότερο όμως είναι το ξεστόλισμα. Περνάνε από μπροστά μου οι μέρες των γιορτών, τα ξενύχτια, οι φίλοι, οι όμορφες στιγμές, σα να είναι κάτι μακρινό. Ξέρω καλά ότι από την επόμενη μέρα τίποτα δε θα είναι ίδιο. Του χρόνου παλι…

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]