Χριστούγεννα θα είναι
Όταν κλαδί από καμένο έλατο
Τρυπηθεί με πράσινη βελόνα
Όταν οι φέτες των καλοριφέρ μοιραστούν σαν αρτοκλασία
Καθώς δεν μας αρκούν τριανταέξι βαθμοί,
Το άχραντο του πυρετού πρέπει να κάψει
Τρεις μέρες ανάγλυφο τον ήχο στο κρεβάτι
Για να σπουδάσουμε τον ιδρωμένο έρωτα
Για τα φιλιά που δεν δίστασαν
Να αναγνωρίσουν το άγνωστο σάλιο
Σαν κολυμπούσε δίχως να πνίγεται στο δέρμα
Την 1η του Σεπτέμβρη
Τότε που το χαρτί εκπίπτει σε φωτοτυπία

Θα καταλυθεί το φθινόπωρο
Ξηλώνοντας τις λιόφωτες αχτίδες
Γνέφοντάς τες σε άχυρο περισσευούμενο
Για φωτεινή στρωμνή σε φάτνες των αστέγων
Ενώ, ο θάνατος θα λαχανιάζει στους αυτόχειρες
Σα σύρουν τα κομμάτια τους μοιράζοντάς τα:
-Πάρε το στήθος μου να το γευθείς
-Πάρε τα μάτια με τη μάσκαρα που δάκρυσε
Να δεις πως τσούζει ο πόνος στο ωραίο

Πάρε σφυγμό του απωθημένου
Σα σκίζεται στ’ αγκάθια του λειασμένου τοίχου
Όπου τον στόλιζε ο Δρύας
Και δίπλα του αχρείαστη μεταφραζόταν μιαν εξήγηση.
Οι μοναξιές θα συνομιλήσουν
Να βγάλουν τον σκασμό κουβέντες
Εκείνα τα Χριστούγεννα.
Και θα γνωρίσουμε ψιθυριστά
Πως τρέφονται απ΄ το σκοτάδι δέντρα
Το μάρμαρο στο δάπεδο πως ξεδιψά
Στον ιδρωμένο χρόνο όπου διαλύεται
Το απαρέμφατο μιας μπάλας όταν σπάζει.

Να συλήσεις
Απ΄ το κατόπιν το ερεβώδες πριν
Και γίνε το υγράλατο παρόν όπως
Ακούς χορδή που τρέμει στην Παβάνα του Φωρέ.
Τότε τ΄ απωθημένο θα σκίζεται
Ναι, στα αγκάθια του ρόδου που δεν βλάστησε
Και δεν υπηρετείται όποιος τη μηχανή θα διακονεί
Αλλά εκείνος που με τα ράκη του καμένο έλατο τυλίγει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]