frear

Μνήμη από πορσελάνη – της Βίκυς Κλεφτογιάννη

Αγκάλιασε με το μικροκαμωμένο χέρι το πόμολο και το γύρισε αργά. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της, κοίταξε τριγύρω, όλοι ήταν στο σαλόνι, απασχολημένοι. Βγήκε προσεκτικά στο διάδρομο, έφτασε στην εξώπορτα. Μια κόκκινη ομπρέλα έσταζε στο μάρμαρο. Την άρπαξε κι έκλεισε πίσω της αθόρυβα.

Οι δρόμοι της Αθήνας γιόρταζαν, απ’ τον ουρανό έπεφταν κομμάτια νερού τετράγωνα, στροβιλίζονταν στο μυαλό της μαζί με τα στολίδια και τα φώτα. Περπατούσε γρήγορα, σχεδόν έτρεχε, το έψαχνε, γυρνούσε το κεφάλι της με λαχτάρα να το αντικρύσει, δεν μπορούσε να το βρει. Ήταν μάλλον γωνιακό και μπροστά του ο δρόμος ήταν μεγάλος, πλακόστρωτος. Τώρα όλοι οι δρόμοι της φαίνονταν ίδιοι, ένας πλανόδιος μουσικός της άπλωσε το χέρι, μια κυρία με τσάντες την έσπρωξε, η βροχή έπεφτε στην κόκκινη ομπρέλα που την κρατούσε στο χέρι της κλειστή, έπεφτε και στα μαλλιά της που είχαν λυθεί στους ώμους της. Σταμάτησε στο κέντρο μιας πλατείας. Κοίταξε ψηλά. Ύστερα άρχισε να στριφογυρνά γρήγορα, οι ταράτσες των γύρω πολυκατοικιών ενώθηκαν σε ένα σώμα, βουνά ψηλά που την έκλειναν στον πυρήνα τους, οι κεραίες χιονισμένα δέντρα, μια μυρωδιά ερχόταν από μακριά κι έκανε το βήμα της πιο σταθερό, σαν να πατούσε σε γνώριμο χώμα.

Τότε το είδε. Γωνιακό, υπερυψωμένο. Πλησίασε και κόλλησε το πρόσωπό της στη βιτρίνα. Το βλέμμα της πέρασε γρήγορα πάνω από τα τραινάκια, τις ρόδες, τα ξύλινα στρατιωτάκια και σταμάτησε ψηλά, στο πλατύ ράφι. Εκεί καθόταν υπομονετικά. Το πρόσωπο πορσελάνινο και το φόρεμα κόκκινο, με έναν μεγάλο φιόγκο από βελούδο. Μπήκε μέσα. Ανέβηκε μερικά σκαλοπάτια, κόσμος πολύς, τρύπωσε ανάμεσά τους, έφτασε στο πίσω μέρος της βιτρίνας, χώθηκε μέσα. Στάθηκε να την κοιτάζει από χαμηλά για λίγο, ύστερα σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, δεν έφτανε, τέντωσε το χέρι, άγγιξε το φόρεμα, το τράβηξε, έγειρε εκείνη μπροστά. Την κρατούσε τώρα σφιχτά στην αγκαλιά της.

Γύρισε γρήγορα να φύγει, έφτασε στα σκαλοπάτια, τα κατέβηκε σαν να πετούσε, στο προτελευταίο το αριστερό της πόδι γλίστρησε, πήρε μια βαθιά ανάσα στον αέρα, αναποδογύρισαν οι μνήμες, με το δεξί πάτησε σταθερά στο ξύλινο δάπεδο. Το τζάκι αναμμένο, απ’ τα βουνά κατέβαινε μια πάχνη κι έζωνε γιορτινά τα σπίτια, κάλαντα στις γειτονιές, ένα ταψί στην πυροστιά άχνιζε, στη γωνία πάνω στο ψηλό τραπεζάκι το κουτί με την κορδέλα περίμενε να ανοιχτεί -δώρο του θείου από τα καράβια-, πίσω απ’ τη ζελατίνα το πρόσωπο από πορσελάνη μύριζε κόκκινο βελούδο.

Ξύπνησε σε ένα κρεβάτι με άγνωστα πρόσωπα τριγύρω. Ένα νεαρό κορίτσι έγειρε προς το μέρος της και ψιθύρισε τρυφερά:

-Γιαγιά, μας κατατρόμαξες.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly