Η πλειονότητα των ανθρώπων αρρωσταίνει
επειδή δεν ξέρει να πει τι βλέπει και τι σκέφτεται…
Να λες. Να ξέρεις να λες. Να ξέρεις να υπάρχεις
μεσ’ από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα!
Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω:
το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες,
υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες,
προφάσεις της πέψης και της λήθης,
άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω,
σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα,
κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο
του γαλάζιου δίχως νόημα ουρανού.

(Fernando Pessoa, Το Βιβλίο της Ανησυχίας)

Φέρνω το φλιτζάνι στα χείλη μου και αισθάνομαι ότι το τσάι που πίνω δεν έχει ζάχαρη, ακούω το κουδούνι της εξώπορτας και εντοπίζω την προέλευση των ήχων, άλλοτε ακούω τριγμούς, όμοιους με αυτούς των βημάτων, στο διπλανό δωμάτιο και έχω, επίσης, την αίσθηση συντονισμού του σώματός μου καθώς κινούμαι από δωμάτιο σε δωμάτιο. Έχω ακόμη επιθυμίες και πεποιθήσεις για διάφορα ψυχικά και νοητικά γεγονότα π.χ. επιθυμώ το τσάι μου με ζάχαρη, πιστεύω ότι κάποιος βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο, άλλοτε πιστεύω ότι είμαι χαρούμενος και κάποιες στιγμές, δέχομαι ότι θυμός κατακλύζει την ύπαρξή μου. Αναπόφευκτα, λοιπόν, κάνω λόγο για εσωτερική ζωή ή για ιδιωτικό νοητικό πλαίσιο, το οποίο είναι απαραίτητο να κατανοηθεί ώστε να μπορώ να μιλώ για υψηλό επίπεδο αυτογνωσίας.

Συνήθως, προσπαθούμε να παρατηρήσουμε τις συμπεριφορές και τα λόγια των άλλων ανθρώπων προκειμένου να καταλάβουμε τις πεποιθήσεις τους, τον ορίζοντα της ματιάς τους ή τον κόσμο των συναισθημάτων τους. Άλλοτε διαβάζουμε βιβλία ψυχολογίας ή μυθιστορήματα και άλλες φορές, στηριζόμαστε σε εκτιμήσεις τρίτων για τον τρόπο ερμηνείας της σκέψης των άλλων γύρω μας. Είναι, επίσης, κοινά αποδεκτό ότι ως παρατηρητές της συμπεριφοράς των άλλων ατόμων, είναι πιθανό να υποπέσουμε σε λανθασμένες εκτιμήσεις, το οποίο φανερώνει ότι υπάρχει μια οντολογική απόσταση ‒ή μια σχέση ενδεχομενικής αιτιότητας‒ ανάμεσα στην ψυχολογική κατάσταση ενός ανθρώπου και στις πεποιθήσεις μας για αυτήν.

Όταν, όμως, σκεφτόμαστε εμάς τους ίδιους, δεχόμαστε συνήθως ότι είμαστε ικανοί να γνωρίσουμε το νου μας χωρίς να είναι απαραίτητο να στηριχθούμε στην παρατήρηση ‒ως εξωτερικοί παρατηρητές‒ της συμπεριφοράς μας. Δεχόμαστε ότι έχουμε μια προνομιούχο και αξιόπιστη πρόσβαση πρώτου προσώπου στα νοητικά μας δεδομένα. Ποια είναι η σχέση μας με τις ψυχολογικές και νοητικές μας καταστάσεις; Εφόσον αποδεχόμαστε ότι υπάρχει σχέση ενδεχομενικότητας ανάμεσα στις ψυχολογικές καταστάσεις ενός άλλου ανθρώπου και τις πεποιθήσεις μας για αυτές, γιατί να μην αποδεχτούμε ότι η ίδια ενδεχομενικότητα ισχύει για τον τρόπο που κατανοούμε τον εσωτερικό μας κόσμο;

Φιλόσοφοι όπως ο Gilbert Ryle [1] θα μου έλεγαν ότι το παραπάνω ερώτημα είναι περιττό. Οι γνώσεις για τα δικά μας νοητικά και ψυχικά γεγονότα σχηματίζονται με τον ίδιο τρόπο που σχηματίζονται οι γνώσεις μας για τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων. Επομένως, η γνώση μας για τους εαυτούς μας, αλλά και για τους άλλους, εξαρτάται από την παρατήρηση των συμπεριφορών. Αν το σκεφτούμε απλά, η προσέγγιση του Ryle μας βγάζει από τον τεράστιο κόπο να μιλήσουμε τόσο για εσωτερικό κόσμο, στον οποίο εντοπίζουμε κάτι, όσο και για τους τρόπους προσέγγισής του.

Όμως κάτι λείπει. Στα μέσα του 20ου αιώνα κυκλοφορούσε ένα ανέκδοτο στην πανεπιστημιακή κοινότητα των ΗΠΑ, το οποίο αφορούσε μπιχεβιοριστικές [2] θεωρίες, όπως αυτή του Ryle. Δύο φοιτητές συναντώνται σε ένα μονοπάτι του πανεπιστημίου και λέει ο ένας στον άλλον: «Ω! Σήμερα φαίνεται ότι νιώθεις υπέροχα! Αλήθεια, εγώ πώς νιώθω;». Παρόλο που είναι γεγονός ότι πολλές φορές συνειδητοποιούμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε ή επιθυμούμε μέσα από την παρατήρηση των καθημερινών μας συνηθειών (π.χ. κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ, ο τρόπος που μιλάμε στους άλλους κ.τ.λ.), ξέρουμε ότι υπάρχει κάτι ιδιωτικό και ιδιαίτερο που δεν είναι άμεσα προσπελάσιμο στους τρίτους.

Σύμφωνα με τη γενική αίσθηση, κάθε άνθρωπος μπορεί και βλέπει τα νοητικά και ψυχολογικά του φαινόμενα. Για να περιγράψουμε την παραπάνω διαδικασία χρησιμοποιούμε, συνήθως, τον όρο ενδοσκόπηση. Ο William James [3] δίνει τον εξής ορισμό: «Η έννοια ενδοσκόπηση δεν είναι απαραίτητο να ορισθεί με ακρίβεια – σε γενικές γραμμές δηλώνει το κοίταγμα μέσα στο νου μας και την περιγραφή του τι ανακαλύπτουμε εκεί…». Δηλαδή, βλέπω κάτι και παράγω κρίσεις για αυτό. Υπάρχει μακραίωνη παράδοση στη δυτική φιλοσοφία που δέχεται μια παρόμοια εκδοχή της ενδοσκόπησης. Για παράδειγμα, ο John Locke [4] έδινε την εξής περιγραφή: «…και δεν είναι ακριβώς οπτική αίσθηση, αφού δεν έχει σχέση με εξωτερικά αντικείμενα; είναι όμως σχεδόν το ίδιο και θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε εσωτερική αίσθηση».

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα φιλοσόφου είναι ο David Armstrong [5] ο οποίος, κάνοντας ένα βήμα παραπάνω, μιλά για αντίληψη του εγκεφάλου μας: όπως στη διαδικασία της οπτικής αντίληψης ο εγκέφαλός μας προβαίνει σε σάρωση του εξωτερικού περιβάλλοντος, έτσι και στην ενδοσκόπηση, μια διαφορετική διαδικασία του εγκεφάλου σαρώνει την ίδια τη σάρωση του εγκεφάλου (i-scanner theory). Αν υποθέσουμε ότι παρατηρώ ένα αυτοκίνητο που βρίσκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο και δίπλα του στέκει ένας φίλος που παρατηρεί το ίδιο αυτοκίνητο, είμαι, επίσης, σε θέση να παρατηρώ και το κατά πόσον ο φίλος μου βλέπει το ίδιο αντικείμενο με εμένα. Έχω δεδομένα για το αυτοκίνητο που μου εκκινούν διάφορες πεποιθήσεις για αυτό. Έχω, επίσης, απλές θεωρίες για να μεταφράζω και να ερμηνεύω τις στάσεις των άλλων ανθρώπων π.χ. όταν βλέπουν κάτι, τότε το πρόσωπό τους έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κ.τ.λ. Μπορούμε να δεχτούμε ότι συμβαίνει κάτι ανάλογο και στην ενδοσκόπηση; Ο Armstrong είναι καταφατικός. Στην ενδοσκόπηση μπορώ και βλέπω:

α) τον εαυτό μου,

β) ένα εσωτερικό φαινόμενο που λαμβάνει χώρα (π.χ. μια επιθυμία, μια σκέψη) και

γ) το κατά πόσον έχω αντίληψη αυτού του φαινομένου.

Είναι η εσωτερική μας εμπειρία σπασμένη σε τόσα κομμάτια;

Πρώτα από όλα, δεν είναι εφικτό να προσδιορίσουμε κάποιο συγκεκριμένο όργανο το οποίο παρατηρεί τα εσωτερικά μας φαινόμενα με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούμε τα μάτια μας για την οπτική αντίληψη. Δεύτερον, τι ακριβώς σαρώνει αυτός ο μηχανισμός; Μπορούμε, βάσει της καθημερινής εμπειρίας μας, να δεχτούμε ότι σαρώνει κινήσεις νευρώνων; Το ενδεχόμενο αυτό μάλλον μας ξεπερνά. Εντοπίζουμε αντικείμενα σε εσωτερικές εικόνες τα οποία, όμως, δεν μας δίνονται με τον τρόπο που το κάνουν τα εξωτερικά αντικείμενα. Όπως είδαμε πριν, όταν βλέπω το αυτοκίνητο στο απέναντι πεζοδρόμιο, έχω μέσα μου εντυπώσεις ξέχωρες από το αντικείμενο της αντίληψης. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τα αντικείμενα των εσωτερικών εικόνων.

Το ζήτημα αυτό με βασάνιζε για μέρες. Διάβαζα σχετικό υλικό, αλλά είχα την ανάγκη να το νιώσω περισσότερο ως μέρος της καθημερινότητάς μου. Κάποια στιγμή, λοιπόν, είχα κολλήσει στο supermarket, περίπου για ένα τέταρτο, μπροστά στο ράφι με τα δημητριακά. Υπάρχει η μάρκα δημητριακών Κ, που μου αρέσει πολύ και τη θεωρώ κάτι σαν δημητριακά-δώρο για μένα ή δημητριακά ειδικών περιστάσεων. Είναι, όμως, τα πιο ακριβά και έχουν περισσότερες θερμίδες. Τις περισσότερες φορές αγοράζω τα δημητριακά Μ: στη μισή τιμή και με λιγότερες θερμίδες. Στέκομαι στο ράφι. Κοιτώ τις συσκευασίες. Ψάχνω τα δημητριακά Μ, τα βρίσκω χαμηλά στο ράφι και εξετάζω ξανά τις πληροφορίες για το θερμιδικό τους φορτίο. Τα Κ, όμως, κυριαρχούν σιγά σιγά τη σκέψη μου. Δεν μπορώ να αντισταθώ και τα κοιτώ. Στέκομαι όρθιος, εστιάζω το βλέμμα μου στο κουτί τους και εξετάζω ξανά τις θερμίδες τους. Εξωτερικά, αν με έβλεπε κάποιος εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα μου είναι σοβαρό και εξεταστικό. Μέσα μου, όμως, δημιουργούνται αχνά μη λεπτομερείς εικόνες: οι στιγμές που τα έχω μοιραστεί με αγαπημένα πρόσωπα, ο τρόπος που τα βάζω στο μπολάκι, το γάλα που πέφτει με τη λευκή του πυκνότητα και τα σκεπάζει. Οι εικόνες αυτές δεν έχουν αυστηρή συγκρότηση. Το καθετί εντοπίζεται σταδιακά και με συγκεκριμένη σειρά από την προσοχή μου. Κάτι μέσα στο σώμα μου ενεργοποιείται και γίνεται η εξής πεποίθηση: «Ναι! Είναι νόστιμα, μου αρέσουν!». Παίζω ελαφρώς τη γλώσσα μου μήπως και καταφέρω να ανακαλέσω τη γεύση τους. Μάταια όμως. Πάραυτα συνεχίζω να δέχομαι ότι είναι τα πιο νόστιμα. Παράλληλα, από το βάθος των σωθικών μου, μια ενέργεια ξεπετάγεται κάνοντάς με να νιώθω μια λαχτάρα να τα δοκιμάσω ξανά. Δέχομαι αυτή την ενέργεια με υπομονή και προσπαθώ να συγκροτήσω τις σκέψεις μου. Την ίδια στιγμή, ένιωσα ότι έχω κάτσει μπροστά στο ράφι αρκετό χρόνο και φοβήθηκα μη τυχόν με έχει καταλάβει κάποιος τρίτος. Το ξεπερνώ. Ηρεμώ. Επαναφέρω τις σκέψεις μου στα δημητριακά. Πιστεύω ότι αν τα αγοράσω, θα έχω ηττηθεί από την επιθυμία μου για αυτά. Θέλω να με δοκιμάσω και να αγοράσω άλλη μάρκα με καλύτερη τιμή και λιγότερες θερμίδες. Έχω κάτι σαν πείσμα. Εξετάζω ξανά τις επιλογές μου και τελικά αγοράζω μια μάρκα δημητριακών Ψ που θεωρώ ότι είναι πιο νόστιμα από τα Μ, με ελεγχόμενο θερμιδικό φορτίο και εκείνη την ημέρα σε προσφορά (δύο πακέτα σε τιμή του ενός). Προχωρώ με ικανοποίηση προς το ταμείο για δύο λόγους: πρώτον, έβαλα μέσα μου ένα κανόνα και τον ακολούθησα και δεύτερον, είχα την υπομονή να αφήσω όλο το εσωτερικό μου πεδίο να απλωθεί.

Αν υποθέσουμε ότι υπήρχε κάποιος που με παρατηρούσε, τι θα έβλεπε από όλη τη ροή των εσωτερικών μου φαινομένων; Σίγουρα, λίγα πράγματα. Ίσως να με αποκαλούσε αναποφάσιστο. Το ίδιο σκέφτηκα και εγώ για εμένα όταν συνειδητοποίησα ότι έχω μείνει αρκετή ώρα στο ίδιο ράφι. Όμως, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς συνέβη στις σκέψεις και το σώμα μου και με ποια ροή. Ο τρόπος που με καταλάβαινα εξυφαίνονταν από πολλές παραμέτρους. Για παράδειγμα:
• πεποιθήσεις και αυτόματες σκέψεις,
• επιθυμίες,
• άμεσες επιρροές από το περιβάλλον (π.χ. προσφορές και τοποθέτηση προϊόντων στο ράφι),
• μηχανισμός ευχαρίστησης και παρελθοντικές εμπειρίες,
• έμμεσες επιρροές από το περιβάλλον (γνώσεις, ιδεολογικές και αξιακές αναφορές π.χ. διατροφικές αξίες),
• παγιωμένες συνήθειες (π.χ. προτίμηση για το συγκεκριμένο supermarket, πεποίθηση ότι τα δημητριακά πρέπει να είναι μέρος της διατροφής μου).

Σε κάποια σημεία, ακολουθούσα εσωτερικούς κανόνες: αν συμβαίνει Κ, τότε εγώ Λ. Επιπλέον, υπήρχε η εστίαση της προσοχής μου σε έννοιες (π.χ. θερμιδικό φορτίο) και, κυρίως, εικόνες (π.χ. διάφοροι τρόποι που κάθομαι και απολαμβάνω τα δημητριακά), που έδινε την εντύπωση ότι υπήρχε ομοιότητα με την οπτική αντίληψη. Ως προς τον εντοπισμό, η προσέγγιση του Armstrong είναι σωστή. Είδαμε, όμως, ότι δεν έχει τον ίδιο φαινομενολογικό ορίζοντα. Η εμπειρία μου, επίσης, δεν αποτελούνταν από τρεις παράγοντες: ένας που έβλεπε, ένας που επιθυμούσε και το βίωμα της επιθυμίας. Υπήρχε μόνο η προσοχή μου, με την ικανότητά της να επεξεργάζεται λογικά συγκεκριμένα δεδομένα, δίνοντας προτεραιότητα στον έλεγχο συγκεκριμένων μεταβλητών, στον συγκεκριμένο χώρο του supermarket.

Έχοντας κανείς κατά νου την προηγούμενη εμπειρία, θα έλεγε ότι είναι πιο φυσικό να δεχτούμε ότι η γνώση ‒μέσω της ενδοσκόπησης‒ των νοητικών και ψυχολογικών μας φαινομένων είναι πιο άμεση και ενιαία. Ο τρόπος, δηλαδή, που καταλαβαίνουμε τις επιθυμίες και τις σκέψεις μας δεν έχει τον διασπασμένο χαρακτήρα της προσέγγισης του Armstrong.

Το επιχείρημα του Sydney Shoemaker [6] είναι ένα κλασικό παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση: για οποιοδήποτε λογικό, γνωστικά φυσιολογικό και εννοιολογικά επαρκώς εξοπλισμένο υποκείμενο, εφόσον δεχτούμε ότι οι ψυχολογικές και νοητικές καταστάσεις του είναι ξεκομμένες από τις πεποιθήσεις που έχει για αυτές, τότε είναι πολύ πιθανό να βρεθεί σε μια συνθήκη τύφλωσης ως προς τα εσωτερικά του φαινόμενα (self-blindness). Ας φανταστούμε κάποιον που πάσχει από αχρωματοψία: θεωρείται γνωστικά φυσιολογικός και εννοιολογικά επαρκώς εξοπλισμένος και οτιδήποτε γνωρίζει για τα χρώματα π.χ. των συσκευασιών, το γνωρίζει αναπόφευκτα μέσα από περιγραφές και μαρτυρίες τρίτων.

Με παρόμοιο τρόπο, σε μια τέτοια συνθήκη τύφλωσης ως προς τον εσωτερικό κόσμο, το υποκείμενο θα μπορούσε να γνωρίσει τις ψυχολογικές και νοητικές του καταστάσεις μόνο με έμμεσο τρόπο π.χ. θα πρέπει να δει τον εαυτό του με τι τρόπο κινείται σε ένα χώρο για να καταλάβει τι πιστεύει ή να ακούσει τι θα του πουν οι άλλοι για αυτά που πιστεύει και νιώθει. Ο Shoemaker θεωρεί ότι αυτό είναι αδύνατον, καθώς δεν γίνεται να υποτιμηθεί ο ιδιαίτερος τρόπος που έχει ο κάθε ένας από εμάς να σχετίζεται με τα συναισθήματά του και τις επιθυμίες του.

Φαντάζομαι ξανά τον εαυτό μου μπροστά στο ράφι. Απλώνω το χέρι να πάρω τα δημητριακά Ψ και ξάφνου συνειδητοποιώ με έκπληξη την πράξη μου και λέω: «Βλέποντας το χέρι μου απλωμένο, φαίνεται ότι θέλω τα δημητριακά Ψ, αλλά δεν πιστεύω ότι θέλω τα δημητριακά Ψ». Ο Shoemaker θεωρεί ότι αυτό είναι εντελώς παράδοξο. Εμπειρικά θα συμφωνήσω μαζί του. Ο Ryle, από την άλλη, θα έλεγε το εξής: παρατηρώ τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου καταναλωτή και διαπιστώνω ότι προτιμά τα δημητριακά Ψ. Επομένως πιστεύει ότι τα Ψ είναι η καλύτερη επιλογή. Μα ναι, λείπουν, όμως, πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Βιώνουμε θυμό, ηδονή, χαρά, φόβο, άγχος. Αυτά τα συναισθήματα έχουν αναπόφευκτα σωματική σύνδεση και δημιουργούν τη βάση της άμεσης υποκειμενικής μας εμπειρίας. Τα εσωτερικά φαινόμενα εντοπίζονται από την προσοχή μας και ταυτοποιούνται με τη χρήση συμβόλων (βλέπε λέξεις, προτάσεις, αλλά και σύμβολα-εικόνες), τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζονται από τον τρόπο που σχετιζόμαστε με το εξωτερικό περιβάλλον (π.χ. θρησκείες, θεωρίες, ιδεολογίες, εμπειρίες κοινότητας) και έπειτα, επηρεάζουν εκ νέου τον τρόπο που ερμηνεύουμε όσα συμβαίνουν στο σώμα μας.

Βέβαια, κατά την ενδοσκόπηση, κάποιος μπορεί να δει κάτι που δεν υπάρχει εκεί έξω, να επιθυμήσει κάτι που δεν έχει αξία ή να πιστέψει κάτι που είναι ψευδές. Κάθε άνθρωπος υποθέτει ότι προσδιορίζει μέσα του μια πεποίθηση για όσα σκέφτεται ή νιώθει, η οποία αναπαριστάται κυρίως με έννοιες στη συνείδησή του. Αισθάνεται σίγουρος ότι έχει εντοπίσει κάτι, όμως το να αισθάνεται κανείς σίγουρος ότι «το πέτυχε» δεν αποτελεί και εγγύηση ότι ανταποκρίνεται και στην ευρύτερη πραγματικότητά του.

Ας δούμε την επόμενη μικρή ιστορία: Ο Π θέλει να γίνει επιχειρηματίας. Φίλος λογιστής τον συμβουλεύει ότι υπάρχουν δυνατότητες, φοβάται όμως και δεν πιστεύει στον εαυτό του. Αρνείται να δεχτεί το φόβο του και μέσω εκλογικεύσεων («είναι δύσκολο να εφαρμοστεί η ιδέα μου») ή αποθαρρύνσεων από τρίτους, προσπαθεί να μεταθέσει αλλού το άγχος του. Συναντά και ερωτεύεται την Α, που ήδη κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Φαντάζεται σε εκείνη όλα όσα εκείνος δεν τόλμησε να ονειρευτεί. Κάπου εκεί ξεκινά να ενεργοποιείται η εξιδανίκευση, γιατί ο Π δεν αντέχει καν την πιθανότητα ότι η Α δεν είναι τέλεια, με ελαττώματα και αδυναμίες (τα οποία αποφεύγει να παραδεχτεί και για τον ίδιο). Αυτό που ουσιαστικά δεν αντέχει εκείνος είναι τα συναισθήματα που θα νιώσει, εάν παραδεχτεί ότι εκείνη δεν είναι τέλεια, γιατί τότε θα χρειαστεί να παραδεχτεί το ίδιο και για εκείνον. Στέκει, λοιπόν, δύο φορές αδύναμος και εμπλεκόμενος σε αυταπάτη: Σε πρώτη φάση δεν αντέχει το βάρος των επιθυμιών του και αρνείται το άγχος και τον φόβο που πιθανά φέρουν και στη συνέχεια, αφού έχει μεταθέσει το βάρος των ονείρων του στην Α, δεν αντέχει τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να προκύψουν, εφόσον εκείνη δεν αποδειχθεί τόσο τέλεια όσο την φαντάζεται (τόσο τέλειος όσο θα ήθελε να είναι). Θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς: θα μπορούσε να οδηγηθεί σε μια διαρκή υποτίμηση της Α, επειδή δεν αντέχει να δει τα θετικά της στοιχεία. Θα μπορούσε να την υποτιμά έτσι ώστε να μην βιώσει τα αρνητικά συναισθήματα της ζήλειας του.

Ο Π βιώνει μια τρομερή πολλαπλότητα φαινομένων: συναισθήματα και σωματικοποιήσεις, εικόνες, μνήμες, ερμηνείες εξωτερικών παραγόντων, όπως τι πιστεύουν οι τρίτοι ότι είναι σωστό να κάνει κ.ο.κ.. Μπορούμε να δεχτούμε ότι ισχύουν τα παρακάτω:

Ο Π πιστεύει ότι:
Πεποίθηση 1: δεν φοβάται, απλά οι εξωτερικές συνθήκες είναι δύσκολες
Πεποίθηση 2: η Α είναι τέλεια
Πεποίθηση 3: δεν ζηλεύει την Α, απλά εκείνη έχει χτυπητές αδυναμίες

Σε αυτό το σημείο ο Shoemaker έχει δίκιο: οι συγκεκριμένες πεποιθήσεις του Π είναι άμεσα συνδεδεμένες με συγκεκριμένες νοητικές και ψυχολογικές του καταστάσεις. Ο Π πιστεύει τις προτάσεις 1-3 καθώς η προσοχή του συλλαμβάνει τον κόσμο μέσα του με έναν τρόπο συγκεκριμένο και μάλιστα, είναι πιθανό να δέχεται τις πεποιθήσεις του ως ορθές χρησιμοποιώντας μονόπλευρα, προς όφελος των πεποιθήσεων του, συγκεκριμένα εξωτερικά δεδομένα π.χ. να εντοπίζει αποκλειστικά τα θετικά στοιχεία της Α ή να επικεντρώνεται μόνο πάνω στις δυσκολίες ανάπτυξης μιας επιχείρησης.

Παράλληλα, ο Π νιώθει άγχος, φόβο, τον διαπερνά η αγωνία της τελειότητας της Α, ή αν δεχτούμε το σενάριο της υποτίμησης, ο Π βιώνει το σωματικό μάγκωμα της ζήλειας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ψυχολογικές καταστάσεις βιώνονται μεν στο σύνολό τους, αλλά ερμηνεύονται από τον Π με έναν συγκεκριμένο τρόπο που τον ναρκώνει και τον ηρεμεί. Είναι επώδυνο για τον Π να παραδεχτεί ότι φοβάται γιατί νιώθει μειονεκτικός (π.χ. δεν θα του άρεσε να φανεί ότι είναι αδύναμος) ή ότι ζηλεύει και φθονεί την Α (π.χ. θεωρεί κακό συναίσθημα τη ζήλεια).

Επομένως, με ποιο τρόπο μαθαίνουμε για εμάς τους ίδιους; Τόσο το παράδειγμα του supermarket, όσο και η ιστορία του Π, μας δείχνουν ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Η ενδοσκόπηση, στο κάθε εδώ και τώρα, μοιάζει περισσότερο με μια τεταμένη προσοχή που εστιάζει σε συγκεκριμένα σημεία, κάθε φορά, της ροής της συνείδησης μας. Μας δίνει προνομιακή πρόσβαση στα εσωτερικά μας δεδομένα; Όπως φάνηκε, μόνο ως ένα βαθμό. Όπως φάνηκε, υπάρχουν δεδομένα που δεν αναγνωρίζονται και άλλα που δεν θεωρούνται σημαντικά. Σε μεταγενέστερο χρόνο, η ενδοσκόπηση γίνεται τρείς: εγώ που σκέφτομαι και γράφω το άρθρο, η εικόνα του εαυτού μου μπροστά στο ράφι του supermarket και τα νοητικά του φαινόμενα. Όμως, γράφοντας το άρθρο, σε τι βαθμό έχω αλλοιώσει το σύνολο των βιωμάτων που ένιωσα μπροστά στο ράφι του supermarket;

Και οι δύο περιπτώσεις κατέδειξαν ότι μόνο μέσα στο πεδίο των σχέσεων με τον κόσμο είναι που μπορεί να ανθίσει η αυτογνωσία, που θα πει: άνοιγμα και διεύρυνση της κατανόησής μας. Τι συμβαίνει όμως συνήθως; Έχω την αίσθηση ότι μας εγκλωβίζει η ερμηνευτική μεταφορά του οπτικού μοντέλου, με αποτέλεσμα να βλέπουμε τους εαυτούς μας να κατέχουν πεισματικά μια θέση, ή να ταυτίζονται με μια εικόνα, που μας απορροφά εσωτερικά και εγκλωβίζει τον τρόπο που βιώνουμε την ευρύτερη πραγματικότητά μας στο κάθε εδώ και τώρα. Ρέπουμε έτσι αναπόφευκτα προς την αυταπάτη.

Μέσα από τον Π καταλαβαίνουμε κάτι πολύ σημαντικό: αν θέλουμε να σπάσουμε μια στέρφα και άγονη γνωσιακή κατανόηση του κόσμου, η οποία μας καθιστά παθητικά υποκείμενα που φωτογραφίζουν μεροληπτικά πραγματικότητες, θα πρέπει να μπούμε αλλιώς μέσα στα πράγματα, με τρόπο μεθεκτικό: να μπουν στην εξίσωση της πραγματικότητας και άλλες μεταβλητές, τις οποίες ματαιώνουμε και ακυρώνουμε εν ονόματι ενός ορθού.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Gilbert Ryle (1949) The Concept of Mind. London: Penguin Books

2. Συμπεριφορισμός ή Μπιχεβιορισμός. Θεμελιώδες αξίωμα αυτής της θεωρίας είναι ότι η μάθηση και η απόκτηση της γνώσης είναι αποτέλεσμα συνεξαρτήσεων ανάμεσα στα ερεθίσματα που δέχεται το άτομο από το περιβάλλον του και τις αντιδράσεις του στα ερεθίσματα αυτά. Δηλαδή η συμπεριφορά του ατόμου ελέγχεται και διαμορφώνεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες.

3. William James (1981) Principles of Psychology. Cambridge, MA: Harvard, p. 85

4. Peter Nidditch (1975) John Locke: An Essay Concerning Human Understanding, Book II, Oxford University Press; The Clarendon Edition of the Works of John Locke

5. David Armstrong (1968) A Materialist Theory of Mind. London: Routledge & Kegan Paul

6. Sydney Shoemaker (1996) The first-person perspective and other essays. Cambridge: Cambridge.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Harold Feinstein.]