frear

Σύνοψη ποιητικής δημιουργίας – της Ανθούλας Δανιήλ

 

ΣΥΝΟΨΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

ΠαπαθανασόπουλοςΘΘανάσης Παπαθανασόπουλος, Ποιήματα (έκτος τόμος), Μελέαγρος, Αθήνα 2009.

Ψυχή σημαίνει έξοδος από τη φθορά
Ψυχή σημαίνει λύτρωση απ’ την ανάγκη

Με τον παρόντα τόμο ποιημάτων ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος  μοιάζει να επιχειρεί μια σύνοψη της ποιητικής του δημιουργίας, η οποία συνιστά μια εν γένει κατάθεση διαθέσεων, απόψεων, συναισθημάτων και πάσης φύσεως διανοητικών κεντρισμάτων.

Με ύφος και ήθος κατάλληλο, αίσθημα βαθύ και γνώση πλατιά, οξεία κοινωνική παρατήρηση, αλλά και χιούμορ, πνεύμα φιλοπαίγμον, σατιρικό και πικρό, επεξεργάζεται τα ποικίλα θέματά του, τα οποία αντλεί από το μύθο, την επίσημη ιστορία και τα παρασκήνια της, τα παραλειπόμενα, τις υποσημειώσεις, τους υπομνηματισμούς.

Η περιδιάβαση στους δρόμους της πραγματικότητας, αλλά και στις σελίδες των βιβλίων, δραματοποιείται. Μια σελίδα του Ντοστογέφσκυ γίνεται αφορμή για τη «Ρωσική σκηνογραφία», όπου ο ποιητής Παπαθανασόπουλος περιμένει την Έλενα Παυλόφσκα, όπως ο Καβάφης τον «ιδεώδη εν τη λύπη του» Καισαρίωνα. Ωστόσο, νομίζω πως και οι δυο την Ποίηση περιμένουν στο μισοσκότεινο δωμάτιο, μόνο που ο σύγχρονος τη βλέπει ονειρική με «γαλάζιο φόρεμα» και ο Αλεξανδρινός σαν άγουρο αγόρι. «Εν Φαντασία και Λόγω» και οι δύο στήνουν το θεατρικό σκηνικό τους.

Ο Παπαθανασόπουλος πηγαινοέρχεται στο χρόνο, πάει μπρος πίσω το ημερολόγιο της Ιστορίας για να συναντηθεί με ό,τι τον συγκίνησε κάποτε, με ό,τι χαράχτηκε στη μνήμη, ό,τι καταγράφτηκε στην ψυχή. Στα σταυροδρόμια του θα συναντηθεί ο Χριστός με τον Διόνυσο, ο Σικελιανός με τον Δία. Η κρυφή ματιά του στα άγνωστα περιστατικά μοιάζει με διευκρίνιση των παρασκηνιακών δρωμένων, όπως αυτό με το δόντι του Ιππία στον Μαραθώνα και την αλήθεια που κρύπτει ο μύθος του, όπως και ο μύθος του έρωτα που «όλοι περνούν γι’ αθάνατοι» σαν είναι ερωτευμένοι. Κάπου ένα θρησκευτικό συναίσθημα αναφαίνεται με φανερή, πιστεύω, την παπαδιαμαντική επίδραση:

Και το ποτάμι τρέχει μισοκοιμισμένο
πηγαίνοντας μας στο πανδέγμον πέλαγος
μες στην αβεβαιότητα του φόβου.

Κάπου μια ποιητική εξομολόγηση αναπτερώνει:

Είχα μια λύπη αναίτια μα επικίνδυνη.
Φύσηξε δυνατά, φούσκωσε το σπίτι
και πέταξε στον ουρανό
όπως το ανοιξιάτικο πούπουλο λεύκας
ή μια αλήθεια όμορφη σαν ψέμα.

Κάπου ένα γεγονός, μεταμορφωμένο σε στίχο, καυτηριάζει, σχολιάζει, φωτίζει μια πικρή κοινωνική σύμβαση, μια αδικία «συγγνωστή»:

«Εκλέξατε τον Κώστα Σαρακίνη
και όχι τον καλύτερό του, τον Παυλάτο»

………………………………………

«Για να εκλεγώ εγώ ακαδημαϊκός
δεν με ψήφισε κανείς Παυλάτος•
Με ψήφισε ο θείος του Σαρακίνη, ο φιλόλογος.
Να απαντούσα στην ευεργεσία με αχαριστία;»

Κι άλλοτε πάλι μια ρεαλιστική σκέψη προσγειώνει:/p>

Ψυχή μου, μάζεψε το νου σου τέτοιαν ώρα
και μη σε βασανίζουνε ταξίδια
πέρ’ απ’ το Άλφα του Ηριδανού και της Νηός
πάνω απ’ το Άλφα του Χρυσού Ιχθύος.
Άλλα ουράνια απ’ το χώμα της Περίστας
δεν καρτερούν για σένα ετοιμασμένα.

Αρκετά είναι τα ευτράπελα, τα πονηρά, τα τσουχτερά. Η Άννα Κομνηνή αδίσταχτη και τολμηρή, εξοργισμένη κι απαρηγόρητη από τον  καημό της εξουσίας που δεν κατάφερε να υποκλέψει από τον αδελφό της Ιωάννη, ο Καραϊσκάκης προκλητικός και άτρομος μπροστά στον Κιουταχή, ο Μακρυγιάννης με το «παράπονο» για την ακατανοησία της γυναίκας του, ή το «παράπονο» του τραγικού Αντίνοου που επιλέγει το θάνατο για να περισώσει τον  αδιέξοδο έρωτά του:

Κι εμπρός στον κίνδυνο της πλησμονής
αφέθηκα να με τυλίξουν τα μετάξια
του θείου ποταμού.
Πάνω στην ώρα
ο έρωτάς μου περισώθηκε για πάντα
από την περιφρόνηση και την ανία

Πόσο ανάλογα ο καβαφικός ήρωας, τηρουμένων των αναλογιών, επιλέγει την αποδημία κι έτσι «καλλιτέχνης εφάνηκεν η Τύχη, χωρίζοντάς τους τώρα/ πριν σβύσει το αίσθημά των,/ πριν τους αλλάξει ο Χρόνος…».

Στην ενότητα «Τερτσίνες για τον Νέο Ελληνισμό» ο ποιητής συνθέτει πορτρέτα προσωπικοτήτων, αποτίει φόρο τιμής σ’ αυτούς που αγαπά, τιμά, σέβεται και ξεχωρίζει σαν στυλοβάτες της πατρίδας, μεγάλους οραματιστές και «ριζιμιά λιθάρια». Οι τερτσίνες, στην ουσία, είναι έμμετρα βιογραφικά, εγκώμια, ύμνοι των οποίων, σαν του Ρήγα το Θούριο, λίγη σημασία έχει η ποιητική τους αξία και μεγίστη το μέγιστο μάθημά τους. Ο ποιητής βεβαίως δίνει και το βιογραφικό της «τερτσίνας», η οποία μετέχει και του λυρικού και του επικού (διηγηματικού) στοιχείου που, όπως λέει ο ποιητής, είναι στη φύση της και το «μειονέκτημα του παραπανήσιου λόγου».

Ο Παπαθανασόπουλος, εν τέλει, επιλέγει το είδος της επειδή μ’ αυτό αναδημιουργεί, αναπλάθει, ποιεί στίχο ό,τι αγαπά. Δεν έχει πια σημασία η ποίηση αυτή καθεαυτή αλλά το περιεχόμενό της.

Κι ο λόγος του, όπως τα θέματα, διασχίζει την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, για να αντλήσει τη λέξη και τη φράση που αρμόζει στην περίσταση. Με αυτόν τον τρόπο, και συμπληρωματικά στο θέμα, το ταξίδι στη γλώσσα γίνεται ταξίδι στην Ιστορία, στην ελληνική κληρονομιά, την ελληνική ευαισθησία, στο ελληνικό φιλότιμο,  ό,τι εξακολουθεί να παραμένει αγέρωχο, άτρωτο, αδάμαστο, ό,τι συγκινεί και κεντρίζει την ελληνική ψυχή, ό,τι «με λογισμό και μ’ όνειρο» συνέλαβε ο Σολωμός και σύμπασα η ελληνική σκέψη. Ό,τι μπορεί να παραμένει ορθό ακόμα σ’ ένα κόσμο που διαρκώς γκρεμίζεται.

Ανθούλα Δανιήλ

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly