Μετάφραση: Ούρσουλα Φωσκόλου

[Στο 2ο τεύχος του περιοδικού δημοσιεύεται ένα ποιητικό μανιφέστο από τον ισπανόφωνο κόσμο. Το κείμενο αυτό ήταν η εισαγωγή της ανθολογίας Poesía ante la incertidumbre, ένα βιβλίο που όχι μόνο συζητήθηκε αρκετά, αλλά μπήκε και στον κατάλογο με τα ευπώλητα –πράγμα σπάνιο για οτιδήποτε έχει σχέση με την ποίηση. Το μανιφέστο, που υπογράφουν οι ποιητές: Jorge Galán (1973, Ελ Σαλβαδόρ), Raquel Lanseros (1973, Ισπανία), Ana Wajszczuk (1975, Αργεντινή), Daniel Rodríquez Moya (1976, Ισπανία), Francisco Ruiz Udiel (1977-2010, Νικαράγουα), Fernando Valverde (1980, Ισπανία), Andrea Cote (1981, Κολομβία) και Alí Calderón (1982, Μεξικό), προκαλεί ήδη συζητήσεις και στη χώρα μας.]

Η στιγμή της Ιστορίας που μας έλαχε να ζήσουμε, χαρακτηρίζεται από την αβεβαιότητα με κάθε έννοια. Όταν σκεφτόμασταν ότι ο 20ός αιώνας έφτανε στο τέλος του και μαζί του οι μεγάλες αγωνίες και οι καταστροφές, οι ικανές να δυναμιτίσουν την πίστη στην ανθρωπότητα, δεν εμφανίστηκαν πουθενά οι γέφυρες για να κατατροπώσουν την εσωτερική μας άβυσσο. Αντιθέτως, αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο να τις συλλάβουμε, να τις φανταστούμε. Η αβεβαιότητα μοιάζει να τα παρασέρνει όλα: την πολιτική, την ηθική, την οικονομία, τους νέους τρόπους επικοινωνίας που, παραδόξως, έχουν προκαλέσει μια τεράστια έλλειψη επικοινωνίας… Εκτός αυτού, οι παλιές ουτοπίες που κάποτε έμοιαζαν πραγματοποιήσιμες και θάμπωναν εκατομμύρια πολιτών, κατέρρευσαν αποκαλύπτοντας τα ελαττώματά τους, όταν εκφυλίστηκαν από τους ανθρώπους, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στην αβεβαιότητα που μας περιβάλλει.

Η γενιά μας σημαδεύτηκε από τούτη την αβεβαιότητα και πιστεύουμε ότι χρειάζεται να κάνουμε μια στάση στην πορεία μας, να σκεφτούμε, να κοιταχτούμε στα μάτια, να θεμελιώσουμε μια εγγύτητα λιγότερο τεχνητή και περισσότερο ανθρώπινη. Η ποίηση μπορεί να ρίξει μια ιδέα φωτός, ώστε να ανακτήσουμε ορισμένες απαραίτητες βεβαιότητες. […]

Το συναίσθημα δεν μπορεί να είναι της μόδας. Το συναίσθημα είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Και η ποίηση οφείλει να το προκαλεί. Μπροστά σε τέτοια αβεβαιότητα, προς έκπληξή μας, μεγάλη μερίδα νέων ισπανόφωνων ποιητών, έχουν υιοθετήσει μια τάση τόσο πειραματική όσο και σκοτεινή. Όπως οι άνθρωποι που περιέβαλλαν τον Ορφέα για να τον ακούσουν να παίζει τη λύρα του και με αυτό τον τρόπο να ξεκουράζει την ψυχή του, αντιμετωπίζουν τις ερωτήσεις του καιρού μας προσπαθώντας να τις αγνοήσουν, παραδίνονται στην τέχνη για την τέχνη, απορρίπτοντας τις έγνοιες που αγγίζουν τους απλούς ανθρώπους, τις ψυχές που ψάχνουν απαντήσεις, που αναζητούν το θαύμα της επιβίωσης και που θέτουν στον εαυτό τους ερωτήσεις, που αισθάνονται την αβεβαιότητα στα χέρια και τις φιλοδοξίες τους. Τούτη η αντίδραση των καλλιτεχνών, των ποιητών ειδικότερα, δεν είναι καινούργια. Οι νέοι πάντοτε είχαν την τάση να πηγαίνουν κόντρα στους μεγαλύτερους με μια λύσσα εφηβική, ψάχνοντας να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους. Στην σύγχρονη ποίηση, αυτός ο δρόμος συνεπάγεται την αντίθεση σε εκείνους που τόσο έχουν δουλέψει ώστε η ποίηση να γίνει κατανοητή, να εξανθρωπιστεί, να πλησιάσει τον απλό κόσμο. Αν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, οι καλύτεροι ποιητές της γλώσσας μας επανήλθαν στα εγκόσμια, η σύγχρονη ποίηση, αναζητώντας νέα μονοπάτια και μια καινούργια λογοτεχνική πραγματικότητα, έχει ανεβάσει τον εαυτό της σε βάθρο. Η συμπεριφορά αυτή, νομιμοποιήθηκε από ορισμένους ποιητές, των οποίων τα λογοτεχνικά σχέδια απέτυχαν παταγωδώς, ακριβώς επειδή ασπάστηκαν τον φτηνό μπαροκισμό και την ελαφρότητα της μόδας. Τώρα αναζητούν μια δεύτερη ευκαιρία εκθειάζοντας αυτό ακριβώς που τους οδήγησε στο αδιέξοδο των κενών λέξεων. […]

[Το πλήρες κείμενο στο Φρέαρ, τεύχος 2 (Ιουλίου-Αυγούστου), που κυκλοφορεί.]