Τέλειωσες το γράψιμο λοιπόν, και θέλεις να βγάλεις βιβλίο. Διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις αυτά που έγραψες και αισθάνεσαι ικανοποιημένος. Κάνεις όμως ένα λάθος: τα διαβάζεις όπως σου έχουν μάθει οι κανόνες ανάγνωσης, από μέσα σου, νοερά και βουβά. Η σιωπηλή ανάγνωση όμως δεν σε βοηθάει να καταλάβεις τη ροή της γλώσσας. Πρέπει να εκφωνήσεις δυνατά τα γραπτά σου με ρυθμό, ύφος και χρώμα στη φωνή για να αντιληφθείς πού χωλαίνει το κείμενο, να αποφύγεις τη χασμωδία και το επακόλουθο χασμουρητό, να επαναφέρεις στη ζωή το κείμενο που πάει να πάθει ανακοπή ή συμφόρηση από το μποτιλιάρισμα των λέξεων.

Είχα την τύχη να ακούσω τον Γιάννη Ρίτσο να απαγγέλλει τα ποιήματά του, ένα βράδυ στο Ιταλικό Ινστιτούτο, στην Πατησίων. Όρθιος, με το βλέμμα του ανοικτό στο κοινό, να μας περιεργάζεται, και χωρίς να κρατάει τίποτα στα χέρια: ούτε βιβλία, ούτε χειρόγραφα. Τα χέρια ελεύθερα να κινηθούν στο ρυθμό που έδινε εκείνος στις λέξεις, να επισημαίνουν παύσεις και επιταχύνσεις, φως και ημίφως, απόγνωση και ευθυμία. Άκουσα πολλούς άλλους ποιητές να απαγγέλλουν όλα αυτά τα χρόνια, από το 1987 μέχρι σήμερα, αλλά κανένας δεν είχε το χάρισμά του.

Δεν λέω λοιπόν πως πρέπει να απαγγέλλετε τα ποιήματά σας από μνήμης, όπως έκανε ο Γιάννης Ρίτσος και να εκφωνείτε από στήθους τα γραπτά σας, ούτε πως γίνεται ολοένα πιο επιτακτική η ανάγκη να επιστρέψουμε στην προφορικότητα της ποίησης (η ποίηση πρέπει να αναβαπτιστεί στον πηγαίο προφορικό λόγο των αοιδών και των ραψωδών, κατ’ εμέ). Ούτε σας προτρέπω να θυμηθούμε πως «έπος» σημαίνει προφορικός λόγος. Σας λέω απλά πως μόνον όταν θα έχετε απαγγείλει δυνατά πολλές φορές τα ποιήματά σας θα αντιληφθείτε πού πάσχει ο γραπτός σας λόγος, ποιες λέξεις και στίχους ολόκληρους δεν μπορείτε να υποστηρίξετε προφορικά, και μόνο τότε να πάρετε την απόφαση να τα εκδώσετε σε βιβλίο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Laura Makabresku.]