frear

Η Βίκυ Κλεφτογιάννη γράφει για τα “Χωματουργικά” του Δημήτρη Πέτρου

Δημήτρης Πέτρου
Χωματουργικά
Μικρή Άρκτος

xomatourgika«Υπάρχει κάτι απείρως θεραπευτικό στους επαναλαμβανόμενους ρυθμούς της γης. Η διαβεβαίωση ότι η αυγή έρχεται μετά τη νύχτα και η άνοιξη μετά το χειμώνα», γράφει η Rachel Carson στο εμβληματικό για το χώρο της οικολογίας βιβλίο της, με τίτλο “Σιωπηλή Άνοιξη”. Θεραπευτικό και όχι παρηγορητικό. Νομοτελειακά επικρατές. «Διότι το τοπίο ξέρει μόνο να κυριεύει», διαβάζουμε στην περιγραφή των Χωματουργικών του Δημήτρη Πέτρου, μιας συλλογής ποιημάτων «σ’ έναν επίμονο εναγκαλισμό με τη φύση».

Η αφηγηματική συνιστώσα στη γραφή του Πέτρου αποδίδει αυτόν τον επίμονο εναγκαλισμό λιτά και καίρια, με έμφαση στην αντίθεση ανάμεσα στην εγγενή σχέση του ανθρώπου με τη φύση και στην επίκτητη –επιφανειακή και διαστρεβλωμένη- που επιβάλλει η σύγχρονη εποχή.

Η παραδοχή της κυριαρχίας της φύσης συναντάται στη συλλογή, συχνά ιδωμένη ως λυτρωτικός καταλύτης αλλά και ανεπιτήδευτο ιδανικό άλλοθι. Ακόμη κι αν ο άνθρωπος αδυνατεί ή και αρνείται να το αντιληφθεί, το τοπίο μοιάζει να επιβάλλεται χωρίς προσπάθεια, απλά «επί τη εμφανίσει».

[…Ακολουθεί η ιστορική δικαίωση.
Η άνοιξη. Το σφίξιμο στο στήθος.
Το πάθος για το ποτό.
Το σκονισμένο κίτρινο της Γεντιανής.
Ο λευκός Νάρκισσος των ποιητών.
Η ισοπεδωτική επέλαση της φύσης.]

[Ήρθε πάλι άνοιξη στον ερημότοπο.
Οι σύντομες καθαρές νύχτες.
Βραδινοί περίπατοι και τολμηρές γάτες…]

Η αισθητική αξία της φύσης τονίζεται και, επιπλέον, τίθεται σημειολογικά ως διαχρονική σταθερά, ανεπηρέαστη και αυθεντική, ένα καταφύγιο που αντιπαραβάλλεται στην ανθρώπινη αδυναμία και φθορά. Ο ποιητής κάνει αναφορά στον δεσμό του ανθρώπου με τη φύση, χρησιμοποιώντας εικόνες απλές και γνώριμες και στοχεύοντας σε αισθητήρια κοινά, αναδεικνύοντας το άρρηκτο, άχρονο και πολύτιμο αυτής της σχέσης.

[Υπάρχει πάντα μια ομορφιά
που δεν αναπαλαιώνεται.
Ένα λιβάδι μαργαρίτες στα υψίπεδα
και στο κέντρο ένας γάιδαρος,
να τρώει ανέμελος.]

[…Άλλοτε πάλι
έψαχνα να μυρίσω τη βροχή
σε μια κορυφή της Τζένα.
Την υγρή βελόνα της ομίχλης
σ’ έναν παραπόταμο του Νέστου.
Το λασπερό βάδισμα στον σιωπηλό Στρυμόνα.
Το τραγούδι στα βάθη της Ζαγκραντένιας…]

Η οπτική συχνά αλλάζει και διευρύνεται πέρα από το γνώριμο φυσικό περιβάλλον, ανάγεται στην κοσμική διάσταση του σύμπαντος, ανασύροντας από τη γενετική μνήμη προαιώνια υπαρξιακά ερωτήματα:

[Απόψε ο ουρανός μοιάζει
με αποχαιρετιστήριο πάρτι.
Η Κασσιόπη ταϊζει στο στόμα
τον Πηλέα.
Ο Πήγασος έχει ξαπλώσει
ζαλισμένος σε μια γωνιά…]

[Κοιτάζοντας για νύχτες τον έναστρο ουρανό
έψαχνα τα μεγάλα μυστικά,
εκείνα που πίεζαν τους πρωτόγονους
να σκαλίζουν ιστορίες…]

Όμως,
[…Στις νέες χώρες
οι αστρονόμοι δεν γνωρίζουν
από εξόδους κινδύνου…],
ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά παρατηρεί τ’ αστέρια από μακριά και καθώς έχει εγκαταλείψει τους θεμελιώδεις κώδικες, αδυνατεί να κοινωνήσει το θαύμα.
[…Τ’ αστέρια έτη μακριά
κοιτάζουν από ψηλά και γελάνε.
Καρφωμένα στο στερέωμα
Έπαψαν από χρόνια να καθοδηγούν…]

Σε αυτή τη διαβρωμένη σχέση ανθρώπου-φύσης, ο Πέτρου έρχεται να προσθέσει την καταλυτική παράμετρο της επαρχιακής πραγματικότητας, εκεί όπου η φύση έχει πάψει να λειτουργεί ως τροφός και έχει μετατραπεί σε πόρο εντατικής εκμετάλλευσης. Η βιοποριστική ανάγκη που εξασθενεί τον αρχέγονο δεσμό, η μετατροπή της απλόχερης προσφοράς της μητέρας γης σε κατ’ επίγνωση βιασμό που αναιρεί τη θεραπευτική επίδραση και ανατρέπει το αιώνιο μοντέλο, η δυστοπία της ανθρώπινης κυριαρχίας, παρουσιάζονται από τον ποιητή με εξαιρετικά εύστοχη και διεισδυτική ματιά.

[…Απόγευμα Σάββατο
και τα εργοστάσια δούλευαν κανονικά.
Στην επαρχία
οι δρόμοι άσπροι απ’ τα βαμβάκια.]

[…Κι εμείς
κάτοικοι μόνιμοι εξήντα τρεις
λες και δεν γνωρίζαμε
τι νερό θα χρειαστεί
στον πυρρίχιο, στο τάβλι, στη βοσκή
στο άδειο ντεπόζιτο της αλωνιστικής.]

[…Ερημιά
Ψιλόβροχο
Και το πρώτο αστικό
στους παγωμένους ατμούς της Πτολεμαΐδας.]

[…Βενζινάδικα με λάμπες
σαν αρπακτικά.
Σκύδρα, Αετοχώρι, Σφόδυλος
κι ο κάμπος δραπέτης μανιακός…]

Τα στενά όρια της επαρχιακής μοναξιάς, όμως, συχνά ξορκίζονται και ο κόσμος μοιάζει να μεγαλώνει. Στα Χωματουργικά, η Μοντάνα συναντά την Αλαμάνα, η Βεγγάζη την Πρέβεζα, αλλά και ο Φίλιππος τον Δράμαλη, με τόπο συνάντησης την υγρή γη της Μακεδονίας και όχημα την ιστορικά κατακτημένη πολυπολιτισμικότητά της.

[Αυτή την ώρα κάπου στην Ανατολή
στήνουν πάγκους με υφαντά.
Κοκκινίζει γλυκά η Θάλασσα των Σαργασσών.
Κι εγώ κοιτώ τη Βέροια πίσω από το τζάμι.]

Χωματουργικά αφήνουν στον αναγνώστη έντονο το αίσθημα της ανθρώπινης αγωνίας στο πλαίσιο της απομάκρυνσης του ανθρώπου από το φυσικό του περιβάλλον, της άρνησης που επικυρώνεται από καταφάσεις και το αντίστροφο, της παραίτησης που όμως μοιάζει να συνοδεύεται από ακλόνητα άλλοθι, της απροσδιόριστης ελπίδας. Αυτό που, εν ολίγοις, ο ποιητής αποτυπώνει ως:

[Ένα αίσθημα μισό. Ένα παράθυρο
κόντρα στον βορινό άνεμο.]

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Στέφανος Δασκαλάκης.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly