frear

Τρεις παράγραφοι για ένα καλοκαίρι – του Δημήτρη Αγγελή

Άνθρωποι νωχελικά ξαπλωμένοι στις ψάθες της ακρογιαλιάς, διασκορπισμένοι σε αμμουδερούς κολπίσκους, σε βραχώδη ακρωτήρια, σε νησιά, ντυμένοι ανάλαφρα έως προκλητικά, ανοιχτοί στην ηδυπάθεια της θερμής αυγουστιάτικης νύχτας, ανέμελοι για το αύριο που ελπίζουν ν’ αργοπορήσει, να μη βρει το δρόμο του, να μην έρθει ποτέ: το σώμα γιορτάζει το καλοκαίρι του, την εξωστρέφειά του, ζει μέσα απ’ τον κάθε πόρο του δέρματός του. Ανοιχτό στη φύση και δεκτικό προς τους άλλους, «αρπαγμένο» απ’ τον ήλιο στους ώμους, με άμμο κι αλάτι στα μαλλιά, μεθάει με τις μικροχαρές της ζωής, βιώνοντας μια νόμιμη πρόφαση επιστροφής στην εφηβεία, μια θεσμοθετημένη περίοδο χάριτος κι ελευθερίας: την άδεια, που το αποφορτίζει απ’ όλες τις μέριμνες και τις ανησυχίες, εκείνες που το ρυτιδώνουν και το καμπουριάζουν όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Παραμερίζουν για λίγο οι ασθματικές επαγγελματικές υποχρεώσεις, ξεχνάς την επιθετικότητα που σου προκαλούν οι βιορυθμοί και η χωροταξία της μεγαλούπολης, γίνεσαι από κατακτητής απλός περιηγητής του κόσμου, ένας ξένος. Γιατί μόνο σαν ξένος μπορείς να τον χαρείς αυθεντικά, ν’ αντικρύσεις τον κόσμο ως δωρεά, με βλέμμα άφθαρτο και καθαρό, δηλαδή σαν παραξενεμένος. Το καλοκαίρι ορίζεται σαν μια ξενιτεία της νοο-τροπίας, μόνο που αυτή κρατάει λίγο. Κι επιστρέφεις στην πόλη που απέφευγες, και ξαναγίνεσαι ό,τι μισούσες αυτές τις 15-20 μέρες που έλειψες: ο στεγνός γραφειοκράτης της ψυχής σου, που δεν ζει αλλά διεκπεραιώνει μόνο τις υποθέσεις της…

Εκείνη την απογευματινή ώρα που έχει πέσει πια η ζέστη κι οι σκιές μεγαλώνουν, ακόμα κι η πόλη αποδεικνύεται αίφνης ερωτική, με τους θερινούς κινηματογράφους, τα ταβερνάκια με το γιασεμί, τα μπαλκόνια όπου μαζεύονται οι από καιρό χαμένες συντροφιές, τους πεζόδρομους στις γραφικές γειτονιές. Όλα μεταμορφώνονται μέσα σου, συμμετέχουν στην ανοιχτότητά σου κι εσύ σαν ξένος βλέπεις τον εαυτό σου αγνώριστο, να κινείται με διάθεση άλλη στη μεγάλη του κόσμου σκηνή. Κι όμως οι δρόμοι είναι ίδιοι, είσαι εσύ που έχεις αλλάξει διάθεση ντυμένος το καλοκαίρι σου… Και προσέρχεσαι στη γλυκειά θερινή νύχτα σαν ένας μελλοθάνατος που δεν θα του ξημερώσει αύριο, ερωτευμένος με το άγνωστο που φιλόξενα σε περιμένει…

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, το τέλος του καλοκαιριού λειτουργεί σαν μια μεστή νοήματος αλληγορία του βίου. Αρχές Σεπτεμβρίου τα νησιά ερημώνουν, η θάλασσα το απόγευμα παίρνει ένα χρώμα μολυβί, τα ηλιοβασιλέματα ξεθωριάζουν. Σε κυριεύει μια μελαγχολία ακατανίκητη, ένα αίσθημα τέλους, όχι μόνο του καλοκαιριού αλλά μιας ολόκληρης εποχής της ζωής σου, που ξέρεις ότι δεν θα την ξαναδείς, ότι δεν θα την ξαναζήσεις. «Ακόμα ένα καλοκαίρι», λες. Κι απλώνεις στο σπίτι ενθυμήματα, βότσαλα στο γραφείο, κοχύλια στα ράφια, χρησιμοποιημένα εισιτήρια στο ημερολόγιο, πράγματα για την ώρα απροσμέτρητης αξίας που θα πεταχτούν λίγους μήνες μετά στα σκουπίδια. Γιατί τότε θα είσαι άλλος, δεν θα σημαίνουν τίποτα πια για σένα και θα προσμένεις ήδη με ανυπομονησία το επόμενο καλοκαίρι. Που πάντα θα σε λυτρώνει, αλλά μόνο προσωρινά. Γιατί έτσι τη ρύθμισες τη ζωή σου…

2009


[Το έργο είναι του Παναγιώτη Τέτση.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly