«Δώσε μου εκείνο το χέρι.»
Βλέπω το-χέρι να έρχεται.
Το κοιτάζω.

Περπατώ αργά. Πρόλαβα το χρόνο.
Γύρω οι άνθρωποι ζωντανεύουν.
Κάθε σκέψη τους
παίρνει μορφή λόγου και μορφασμών.
Ακούω. Μπορώ να βλέπω.
Συνεχίζουν.

«Δώσε μου εκείνο το χέρι.»
Το-χέρι κινείται.

Ο ήλιος έπεσε. Το φως, αργά,
εξαντλήθηκε. Ο δρόμος για το σπίτι είναι σκοτεινός.
Εκτός από τον ορίζοντα που δημιουργούν οι προβολείς
του αυτοκινήτου. Υπολογίζω ότι συνεχίζεται πέρα
από αυτό που αιχμαλωτίζει η όρασή μου.
Ανακαλώ κάθε επόμενο κομμάτι του
πριν φτάσω σε αυτό.
Η μνήμη ταξιδεύει από το παρελθόν.

«Εσύ, περπάτησε μέχρι εκείνον τον τοίχο.»
Έχει πλάκα.

Απέκτησα μια αδελφή.
Έκανα στάση στη θάλασσα και
τη βρήκα εκεί. Χαμογελάει. Μιλάει.
Όσο ακούω μιλάει. Δεν ξέρω
αν διάλεξε εκείνη εμένα ή εγώ
εκείνη.

«Δώσε μου εκείνο το χέρι.»
Γιατί. Δε θέλω να στο δώσω.

Πλησιάζω το σπίτι. Ένα νεφέλωμα
το καλύπτει. Με οδηγούν οι εικόνες
από την ανάμνησή του. Ακούω τη φωνή
της μητέρας μου. Αιωρείται στη σκέψη μου.
Έρχεται σαν από παλιά. Την ακούω
πιο καθαρά από ό,τι είναι η καθαρότητα της όψης του σπιτιού.

«Εσύ, περπάτησε μέχρι εκείνον τον τοίχο.»
Με πιέζεις.
Δε θέλω.
Μη με ελέγχεις. Θέλω
να κλάψω.

Περπατώ γύρω από το σπίτι.
Η όρασή μου είναι θολωμένη. Όχι από δάκρυα.

«Εσύ, περπάτησε μέχρι εκείνον τον τοίχο.»
Τα δάκρυα με εμποδίζουν να δω. Συνεχίζω.
Από τοίχο σε τοίχο. Μέχρι που
στεγνώνουν.

Κάθομαι σε μια καρέκλα. Έχω το βιβλίο μου
αλλά δε διαβάζω. Δεν κάνω τίποτα. Μόνο
κοιτάζω. Κοιτάζω
προς τα έξω.

«Δώσε μου εκείνο το χέρι.»
Ίσως μπορώ να συμφωνήσω λίγο.
Είναι δικό μου. Ίσως το χέρι
είναι εγώ. Δεν πειράζει να σου το δώσω.
Χέρι μέσα σε χέρι. Για λίγο.

Στη θάλασσα, ένα κοριτσάκι χοροπηδούσε
γύρω μου και με κοίταζε.
Έκανε σβούρες και άνοιγε τα χέρια του.
Ο βαθμός εγγύτητας αυξανόταν. Με
κοίταζε. Χαμογελούσα. Έφευγε τρέχοντας και
γελώντας. Επέστρεφε πάλι.

«Εσύ, περπάτησε μέχρι εκείνον τον τοίχο.»
Βλέπω τον τοίχο και ξέρω να περπατώ.
Αν θελήσω θα το κάνω.
Μόνη μου.

Οι ευθείες γραμμές και οι συμμετρίες
των τοίχων και κάποιων αντικειμένων,
η ακανόνιστη καμπυλότητα άλλων συνθέτουν
το σκηνικό που αργά αλλά σταθερά
εμφανίζεται. Με περικλείει.

«Δώσε μου εκείνο το χέρι.»
Ωθώ το χέρι να έρθει και κοιτάζω που
το επιστρέφεις.

Στο σπίτι η φωνή με οδηγεί
να χρησιμοποιήσω τις προκαθορισμένες διαδρομές.
Ίσως βλέπω. Κάνω τους ίδιους βηματισμούς
από σημείο σε σημείο. Ακόμα ακούω.
Ψάχνω πανί να καθαρίσω το τραπέζι και σακούλες
για σκουπίδια. Ανοίγω μερικά παντζούρια.
Αυτό που, εσύ, τόση ώρα έβλεπες ως σπίτι, σε μένα εμφανίζεται
μέσα από κάθε ενέργεια που διαφοροποιείται
από τις υποβολές των ήχων.

«Εσύ, περπάτησε μέχρι εκείνον τον τοίχο.»
Εγώ, περπατώ μέχρι εκείνον τον τοίχο.
Κι ο τοίχος είναι εκεί. Τον αγγίζω. Και τείνω να
τον αγαπήσω.

Αποτραβιέμαι και κοιτάζω.
Μόνο κοιτάζω.
Ούτε μιλώ ούτε σκέφτομαι.
Κοιτάζω.

«Δώσε μου εκείνο το χέρι.»
Σε ακούω και αποφασίζω
να κάνω αυτό που ζητάς. Και λέω ότι
από την πράξη μου βγαίνει γλυκύτητα.
Κι όταν εσύ το επιστρέφεις, απλά περιμένω
την επόμενη φορά που θα το ζητήσεις.

Ό,τι αγγίζω αποκτά διαύγεια.
Οι φωνές εξαφανίζονται. Το σπίτι
παρουσιάζεται. Κι εγώ
είμαι εκεί στη φαινομενική του ακινησία
προκαλώντας αλλαγές.

«Εσύ, περπάτησε μέχρι εκείνον τον τοίχο.»
Ο τοίχος είναι εκεί. Θα μπορούσα να
σε αφήσω να με οδηγήσεις ως εκεί.
Δείχνει ακίνητος. Εσύ πρόθεση. Κι εγώ,
επιτρέπω στην πρόθεσή σου να
φανερώσει την πορεία μου.

Έρχεται ο γιος μου με το φίλο του. Μου μιλάει.
Χαμογελώ. Ανακατεύει τα μαλλιά μου και
τα φέρνει μπροστά στο πρόσωπο.
Ύστερα τα βγάζει. Μου μιλάει. Με χαϊδεύει ξανά
άγαρμπα στο πρόσωπο. Δεν πονάω. Συνεχίζει.
Με παρατηρεί. Μου μιλάει. Βαριέται. Σταματάει.
Του χαμογελώ και τον αφήνω όπως
την τελευταία φορά που έτεινα το χέρι μου.

«Εσύ, περπάτησε μέχρι εκείνον τον τοίχο.»
Έλα να παίξουμε σκοινάκι. Εσύ θα το κρατάς κι εγώ
θα προσπαθώ να μην ανακόψω την πορεία του.
Αν κάνεις ζαβολιά χάνουμε και οι δύο.
Αρχίζεις, παίζεις, σταματάς.
Ακολουθώ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Γιάννης Β. Κωβαίος.]