Αὐτός ὁ Ἰούνιος δέν ἔχει φῶς. Θυμᾶμαι περασμένους πού ἡ μέρα ἄστραφτε στρογγυλή καί μεγάλη, καθώς βυθιζόταν ἀργά καί μέ ἔκδηλη ἀπόλαυση στήν ἄβυθη κολυμβήθρα τῆς κοβάλτινης νύκτας.

Δέν ἔχει φῶς φέτος. Δέν φταίει ὁ καιρός μᾶλλον μέ τίς συχνές συγνεφιές, τίς ἀπροσδόκητες καταιγιστικές βροχές, πού κι αὐτές δέν καθαίρουν ὅπως κάποτε οἱ θερινές.

Τά μάτια τῶν ἀνθρώπων δέν ἔχουν φῶς. Τά βλέμματα μοιάζουν ν’ ἀναδύονται ἀπό ἄκαιρα ἐξαπλωμένες φθινοπωρινές σκιές. Μόνο στίς ἴριδες καί τίς κόρες τῶν περιπλανώμενων γάτων μπορεῖς νά διακρίνεις ποῦ καί ποῦ λάμψεις νά στράφτουν ἀκόμη καί μές στό καταμεσήμερο, καθώς ἐλεύθεροι ἰσορροποῦν ἐπικίνδυνα σέ ἀμφίβολης ἀντοχῆς κλαριά ἤ, στίς ἄκριες τῶν πιό ψηλῶν τσιμεντένιων μπαλκονιῶν τῆς πόλης.

Ποῦ πῆγε λοιπόν τό φῶς; Ἐκεῖνο πού νόμιζες πώς κάπου-κάπου ἐξακολουθεῖ νά ξεπηδάει, γιά λίγο ν’ ἀχνοφέγγει… Ἀποτραβήχτηκε σέ κάποιαν ἀπό τίς μυθικές σπηλιές;

Κι ἄν ἔστω κρύφτηκε, πῆρε μαζί του καί τίς ὀσμές τοῦ θέρους, τήν ὑγρασία τῶν θερμῶν νοτιάδων, ἐκείνην πού ἀναπαύεται ράθυμα στό δέρμα, τό στέγνωμα τῶν χειλιῶν ἐξαιτίας μιᾶς παιγνιώδους ὑποψίας κι ἄλλοτε τήν ἀκαριαία βεβαιότητα τοῦ αἰφνίδιου καλέσματος ἑνός καινούργιου ἔρωτα, κι ἀκόμα κάθε εἴδους ἐνθουσιασμό μέ τούς παφλασμούς φρέσκων στιγμῶν πού σκᾶν μέ ὁρμή ἀπροσδόκητη ὧρες-ὧρες στά φιλόξενα παράλια κι ὅπου ἁπλώνεται ἡ χώρα τῆς καρδιᾶς…

Οἱ μέρες, κατά τήν ὁρισμένη τάξη, ἐξακολουθοῦν νά μεγαλώνουν βαδίζοντας στήν τροχιά τῆς θερινῆς ἰσημερίας· ὅμως αὐτή ἡ καμπύλη μοιάζει μ’ ἀνάβαση δυσβάσταχτη. Ἀκοῦς τόν βαρύ ἀχό τῆς ἀνάσας πού κάποιες φορές κόβεται ἀπ’ τήν ὑπερβολική προσπάθεια. Πρόκειται γιά καταναγκαστική πορεία. Μοιάζει νά εἶσαι ὅλο κι ὅλο τό ἐξαντλημένο περιεχόμενο ἐντός ἑνός συγκεκριμένου σμικροῦ ἀνύσματος. Ἀλλά ἄν δέν εἶσαι παρά μόνο αὐτό τό ἄνυσμα; Μιά ὑποψία καμπύλης ἤ μιά ἐλάχιστη εὐθεία; Γιατί δέν ἄφησες χῶρο στό φῶς;

Κι ὕστερα ἡ νύχτα πού πέφτει, δέν εἶναι παρά ἡ ἀναπόφευκτη συνέχεια μιᾶς αἰώνια ἀδιατάρακτης ἀκολουθίας. Ἄ, ἡ νύχτα! Ἐπιζητούμενη ρουτίνα ὄχι τοῦ νά μή θυμᾶσαι τί πέρασες, ἀλλά γιά νά ξεχνᾶς πώς δέν ζεῖς.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Martiros Sarian.]