Ὅταν ὁ ἴδιος πρόφερε τ’ ὄνομά του νόμιζες πώς ἄκουγες καί πώς ἔβλεπες τόν Χρόνο νά παίρνει σάρκα καί ὀστά: ἡ διάρκεια, ἡ παράταση ὁρισμένων στιγμῶν, αὐτή ἡ περιπλάνηση ἀνάμεσα σέ σεντέφια καί μπαχαρικά, σπανίως σέ ὀάσεις, ἐρήμους ἤ δυσπρόσιτα βουνά, ξετυλιγόταν στήν ἔκταση τῶν φωνηέντων τοῦ ἐπιθέτου του, κι ἔπειτα στό τελικό κάππα, πού ἔμοιαζε νά κρατάει ὅσο τρία-τέσσερα κάππα μαζί, ὡστόσο, συγχρόνως, κοβόταν ἀπότομα, στακάτα, παρόμοια μέ τίς τελευταῖες ἀναλαμπές κάποιου πρίν τό τελικό κῶμα ἤ τήν ὁριστική μετάβαση.

Μέ τό πού τόν πρωτογνώρισα, σχημάτισα τήν ἐντύπωση ὅτι ἦταν ποιητής, μουσικός, καλλιτέχνης. Μοῦ συστήθηκε ὡς ἔμπορος. Τί ἀκριβῶς ἐμπορευόταν κανείς δέν γνώριζε. Εἶχε στό κέντρο τῆς πόλης ἕνα μικρό μαγαζί, δέκα-δώδεκα τετραγωνικά ὅλο κι ὅλο, μέ πίνακες στούς τοίχους, ἕνα μεγάλο μεταξωτό χαλί στό δάπεδο ὅπου κυριαρχοῦσαν περίπλοκα σχέδια σέ χρῶμα πορφυρό, κι ἔπιπλα τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσοπολέμου. Ἔμοιαζε μέ καθιστικό σπιτιοῦ. Τόν βίο του τύλιγαν φῆμες, καί τά ἴχνη του ἄλλοτε χάνονταν κι ἄλλοτε ξεπηδοῦσαν σάν ἀντικρουόμενα ἤ ἐπανορθωτικά περιστατικά, ἀναμεμειγμένα μέ κάτι σάν ποταμίσια ὁμίχλη.

Το σπουδαιότερο σ’ αὐτόν ἦταν ἡ καρδιά στό Βλέμμα. Ὅταν τό πρωτοπαρατήρησα, ξαφνιάστηκα. Τό ἴδιο καί ἡ Α. Ἀλλά σ’ ἐκείνην ἡ σφοδρή κατάπληξη συνέβαινε κάθε φορά. Τήν θυμᾶμαι κάποτε νά τό βάζει στά πόδια… Φοβόταν τό ἐνδεχόμενο ν’ ἀγαπηθεῖ, πώς ἄξιζε δηλαδή ν’ ἀγαπηθεῖ δίχως διόλου ἡ ἴδια νά κοπιάσει; Ἤ, τήν τρόμαζε ἡ κατάντικρύ της ὁλοσχερής ἀπουσία ἀχλύος;

Εἶναι χρόνια πού δέν τόν ἔχω δεῖ. Ἐκείνη πάλι δέν τόν ἀναφέρει καθόλου. Ἐν τούτοις ἡ ματιά του διαπερνάει ὅσες στιγμές μου καίγονται γιά τήν ἀστραποβολή τῆς ἀνεπιτήδευτης ποίησης, τήν οὐσία στήν καρδιά προσώπων καί πραγμάτων.

Παρ’ ὅλο πού δέν ἔμαθα, οὔτε θέλω νά μάθω τί μπορεῖ νά σημαίνει, ἄν σημαίνει κάτι τ’ ὄνομά του στά Αἰγυπτιακά, προτιμῶ νά τό φυλάγω μέσα μου μ’ ὅσα τυχόν ἀντηχεῖ στά ἑλληνικά. Μπορεῖ, σκέφτομαι, καί γιά τήν Α. νά εἶναι κάπως ἔτσι: μιά ἀντίθεση σ’ ὅσα θά μποροῦσε νά ζήσει πού ὅμως ἀπέφυγε, μιά ἔνσταση σέ ὅσα ἀρνήθηκε ἤ, ἡ ὑπόσχεση μιᾶς ἀόριστης μελλοντικῆς ἐπανόρθωσης.

Ἡ μάνα του Ἑλληνίδα, ὁ πατέρας ἀπό τό Ἀσσουάν. Καί τό ὄνομα αὐτοῦ Ἀτάρ Οὐελμπέκ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Leon Spilliaert.]