Ἡ βραχώδης Κοιλάδα τῶν Περιστεριῶν σιγοῦσε, καθώς οἱ χιλιάδες μικροί καί μεγάλοι κατασπαρμένοι πωρόλιθοι, ἀπό καταβολῆς τους κι ὕστερα, ἀκινητοῦσαν μακαρίως. Ὡστόσο, μι’ ἀλλόκοτη προσδοκία βασίλευε στόν ἀέρα. Ὁπωσδήποτε δέν εἶχε σχέση μέ τή βαριά βροχή πού ὑπόσχονταν οἱ πυκνές μελανίες, οἱ ὁποῖες ἀπό νωρίς τό πρωί κι ἀκόμα στέκαν ἀμετακίνητες, ἀναποφάσιστες, ἄν καί θρασεῖς σωρεῖτες τίς ἀναμάλλιαζαν, παίζοντας τίς παρενοχλοῦσαν.

Μήπως ἡ ἔμφορτη μ’ αἴσθηση τοῦ ἀπόκοσμου προσμονή ἀφοροῦσε τούς ἐπισκέπτες; Ὅλους ἤ κάποιον συγκεκριμένο; Μή τάχα τή διήγειρε κάποια παλιά ὑπόσχεση πού εἶχε ἐκβιαστεῖ κι ἐκστομίστηκε ἀψήφιστα ὡς ἀφορμή διαφυγῆς ἀπό ἔρωτα δίχως ἀνταπόκριση ἤ εἶχε δοθεῖ σάν ὅρκος, καί ἡ ἀνησυχία πού σιγόκαιγε ἀλαφιάζοντας τήν ἀλλόκοσμη σιγή ἦταν ἀπό τήν ἀδημονία γιά τή μαγική συγκυρία τῆς ἐκπλήρωσης;

Αἴφνης ἕνας ὑπόκωφος, ὡστόσο καθάριος ἦχος ἀνέτειλε, κόπτοντας τήν ἀπρόσκοπτη σιωπή. Κι ὅσο ἀνέβαινες, ὅσο σκαλί-σκαλί πλησίαζες πρός τήν κορφή τοῦ Ἀκραίου Πύργου, πού ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀλέξανδρου καί ἀπό πολύ πολύ παλιότερα ἔτι εὔρωστος δέσποζε στήν κοιλάδα, ὅλο καί πιό δυνατή, ρυθμική καί ταχεία ἡ καρδιά σου, ἐκπηδώντας ἀπό τις ἄδουσες φλέβες, τίς χορωδούς καρωτίδες, διέφυγε στήν ἀτμοσφαίρα, ἀγκάλιασε ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τό ὀροπέδιο, χόρδισε, τόνισε τήν ἡσυχία. Οἱ ἡφαιστειογενεῖς βράχοι-σώματα αὐτόχθονα, τῶν ἄλλων ἐπισκεπτῶν τά σώματα ἀλλά καί τό δικό μου ἐμβαπτίστηκαν ὁριστικά ἔκτοτε στό τραγούδι τῆς καρδιᾶς σου, τό μυστηριακό καί ἀνεξίτηλο, τό γιά αἰῶνες θρυλούμενο καί προσδοκώμενο τραγούδι τοῦ Üç Hisar.

[Πρώτη δημοσίευση στό ἠλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Ara Güler.]