Ένας κύριος, γνωστός επιχειρηματίας με πολλές διασυνδέσεις στην περιοχή, είχε παραγγείλει ψάρια. Μια γάτα τριγύριζε το τραπέζι του νιαουρίζοντας ασταμάτητα. Έκανε ένα ελεγχόμενο ξουτ αλλά αυτή, επίμονη, ορέγονταν το φαγητό του. Τέντωσε το πόδι διακριτικά και προσπάθησε να την κλωτσήσει. Αντ’ αυτού, χτύπησε την άκρη του τραπεζιού ρίχνοντας το μπουκάλι με το κρασί πάνω του και σαν επιστέγασμα, ήρθε και η παρατήρηση ενός νέου σε ηλικία σερβιτόρου που μόλις είχε πιάσει δουλειά: δεν κλωτσάμε τα ζώα κύριε. Η παρατήρησή του ακούστηκε στον χώρο και τα διπλανά τραπέζια γύρισαν προς το μέρος του κυρίου που έτρωγε τα ψάρια. Αυτός φάνηκε να προσβλήθηκε, σηκώθηκε και είπε περιπαιχτικά, αυτά για τις γάτες και άδειασε επιδεικτικά το πιάτο με το φαγητό, τη σαλάτα και τα ορεκτικά στο ξύλινο πάτωμα της παραθαλάσσιας ταβέρνας. Μας κοίταξε όλους με περιφρονητικό βλέμμα, πέταξε εκατό ευρώ (ποσό υπερδιπλάσιο του λογαριασμού) κι έφυγε αργά-αργά. Κανείς από το προσωπικό του μαγαζιού, ούτε κάποιος από εμάς, τους πελάτες, τόλμησε να του πει κάτι για την προκλητική συμπεριφορά του.

Γύρισα σπίτι τσαντισμένος από την ανοχή που είχα δείξει. Άνοιξα τα χαρτιά μου και κάθησα να γράψω κάτι για το γεγονός, να το καυτηριάσω, να αναδείξω αυτή την άκρως αντικοινωνική συμπεριφορά.

Από τις πρώτες όμως λέξεις ένιωσα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το κείμενο δεν έστρωνε και οι λέξεις λες και ήταν ζωντανές, με απέφευγαν, αρνούνταν να εξυπηρετήσουν θεωρητικές αναλύσεις, αρνούνταν να γίνουν τροφή για αναγνώστες εθισμένους στην πλήρη απραξία, πεπεισμένες πως γι’ ακόμη μια φορά θα τις χρησιμοποιούσα μόνο για ίδιον όφελος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]