frear

Αταξίδευτα. Ταξιδεύοντας με την ποίηση του Δημοσθένη Μιχαλακόπουλου – της Φωτεινής Βασιλοπούλου

Μετά από τις δυο ηλεκτρονικές συλλογές του, Τα ημερολόγια στρώματος, 24 γράμματα (2012) και Τα σημειώματα στην πέτρα, 24 γράμματα (2014), ο ποιητής Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος λύνει τους κάβους και ρίχνει στα βαθιά νερά της ποίησης τα χάρτινα πια Αταξίδευτα, εκδόσεις (.poema..) (2015). Ποιήματα βουτηγμένα στο υγρό στοιχείο. Στίχοι μουσκεμένοι από την τρελή νοτιά, την υγρασία, το θαλασσινό νερό, το αλμυρό δάκρυ.

4315482c-b9df-4f74-9be3-7dff53f9b7a9Απέραντος ωκεανός η τέχνη της ποίησης, και το ταξίδι είναι η άσβεστη επιθυμία του ποιητή να εξωτερικεύσει τις βαθιές φυσικές και μεταφυσικές του αγωνίες, να εκφράσει την εσωτερική, ενδόμυχη πραγματικότητα. Μετουσιώνοντας τις υπαρξιακές του αγωνίες και κοινωνώντας την ποίησή του εκτονώνεται συναισθηματικά. Η ανάγκη του για ψυχική επικοινωνία κορέννυται.

Με συναισθηματική φόρτιση σε δεύτερο ενικό πρόσωπο μας απευθύνει τον λόγο ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά, μιλώντας κατευθείαν στην καρδιά μας. Συμπάσχει. Δεν υποφέρει μόνο τα δικά του βάσανα, αλλά και τα δικά μας, με τους πόνους μας ριζωμένους στο στέρνο του.

Η θεματική του στοιχειώνεται από τον έρωτα. Έναν έρωτα όχι άυλο και πνευματικό, αλλά ενσώματο, σύγκορμο, παρόντα. Ακόμα και την απουσία ή υποψία του την υποστασιοποιεί. Θέλω να μπω στην τσέπη σου/κάλπικη δεκάρα στο ξεπούλημα της μέρας/τρύπιος ήλιος που δύει στην παλάμη σου (σ. 25). Την μετατρέπει σ’ ένα ηφαίστειο που εκρήγνυται με λέξεις αντλημένες απ’ το ναυτικό λεξιλόγιο.

Μου συνέβη τ’ άρωμά σου
ανοιξιάτικη παράκρουση
με ξεβγάζει στ’ αβαθή του δωματίου…να πνιγεί/να επιπλεύσει…
Απ’ αυτόν τον αχαρτογράφητο ωκεανό
οτιδήποτε
Μια ήπειρος θα αναδυόταν
και με μια τεκτονική αλληλεπίδραση
θα πήγαινε πιο ψηλά
η εντύπωση
πως είσαι μέσα στο δωμάτιο… (σ. 13)

Δεν μένει αμέτοχος απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα. Ρανίδες ευαισθησίας και προβληματισμού νοτίζουν σποραδικά την ποίησή του. Αγωνιά για τα ανθρωπάκια που σαν πιόνια βαλμένα σε σκακιέρα από κάποια άγνωστη δύναμη ή ίσως από την ίδια τους την αδράνεια και έλλειψη αγωνιστικότητας και αντίστασης, δέσμιοι σ’ έναν ωκεανό προβλημάτων, αλληλοεπιτηρούνται σ’ ένα παιχνίδι ανησυχίας με Τον νου τους ο ένας στα δεσμά του άλλου (Ματ, σ. 8).

Εκτός από τα μεγάλα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, κατορθώνει, επίσης, να αναδείξει τη γοητεία και την ποιητική διάσταση που ενυπάρχει και στα πιο απλά, μικρά, ελάχιστα, καθημερινά πράγματα. Ουσιώνει το άυλο, μετουσιώνει το αδιάφορο, το μικρό, το μουντό, το σκούρο, το γκρι, την πόλη, τα παράθυρα, τις φωτογραφίες σε ανώτερες οντότητες, σε ιδέες. Μεταρσιώνει μοναδικά κι αδόκητα σε ποίηση αντικείμενα που παίρνουν μορφή, άλλες διαστάσεις, ζουν, ικετεύουν τραπέζι… που έστεκε έτοιμο να πέσει στα γόνατα/Παρακαλώντας «κάθησε»/… βότσαλα…/ζητώντας φιλί γυναικείας πατούσας (σ. 19). Σαν να είχαν ψυχή, μα να απολιθώθηκαν και η ψυχή τους να παλεύει να βγει στην επιφάνεια, να εκτοξευτεί στο απέραντο.

Ο ποιητής, καλλιεργητής ποιημάτων, ξεκινά την άσκηση ύφους από τον κήπο των παιδικών του χρόνων με οικονομία και λιτότητα εκφραστικών μέσων για να καταφύγει σταδιακά σε λεκτικές ακροβασίες, απρόοπτα, παρά προσδοκίαν παιχνιδίσματα χρονοκροτήματα (σ. 22), ρινίσματα των λέξεων (σ. 32), διαστάσεις πέντε επί νύχτα (σ. 14), στάζουν τα ρούχα τον χρόνο… στάζει η ζωή που με φόρεσε (σ. 16), σε εικόνες, ήχους, γεύσεις από το ναυτικό λεξιλόγιο αγκυροβολημένο το μέλι στην κούπα, […] τα νησιά που μπουκάρανε στο στόμα/λόγια αρχιπέλαγος/κύματα πορφυρά που χορεύουν για επί χάρτου άσκηση (σ. 37).

Διαρθρώνει σκηνικά μαγείας, πνοές μυστικές, ψευδαισθήσεις σωτηρίας, εκλεπτύνει και αναδιαμορφώνει αναμνήσεις, σταλάζει τη μουσική λέξεων που έχουν εγγραφεί στην ψυχή. Τείνει να συγκαλύψει το απαίσιο που μας περιβάλλει, με τρυφερότητα, με υπαινικτική θλίψη και μια καταφατική, υποταγμένη τραγικότητα βυθίζει στην αχλύ τα ματαιωμένα όνειρα.

Ο υπερρεαλισμός, ο μαγικός ρεαλισμός ή ακόμα και η πραγματική μαγεία μπερδεύονται γλυκά σ’ ένα ρευστό ονειρικό σύμπαν, σε φασματικά ταξίδια, νοερά, σε μια μυστική και κρυπτική, ατμοσφαιρική, ανομολόγητη ποίηση. Οι διαβάτες φλεγόμενο πηγάδι του ήλιου (σ. 29) κινούνται ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη, ο σιωπηλός μιλά με φθόγγους ακατάληπτους (σ. 32), η τρέλα πλανιέται σε σακάκια κρεμασμένα στο φεγγάρι, γέρνει το σύμπαν στη μεριά τους (σ. 35)

Οι γραμμές ανάμεσα στην ανατριχιαστική ή στοιχειωμένη πραγματικότητα, την ονειροπόληση, το όραμα, το παράλογο αντίλαλος σιωπής, την παραίσθηση χλόη που γελά (σ. 33) είναι λεπτόρρευστες, όπως είναι και η μετάβαση από στίχο σε στίχο με μιαν ανεμπόδιστη ροϊκότητα, με παντελή απουσία σημείων παύσης (κόμμα, άνω τελεία, τελεία), που επιτρέπει στον αναγνώστη να αναπνέει ελεύθερα με το ρυθμό του, προκαλεί μετάληψη συγκίνησης με την αίσθηση μιας ήρεμης, απόλυτα ελεγχόμενης λεπτής μελαγχολίας.

Σ’ αυτό το ταξίδι στην τέχνη, προς την αυτοπραγμάτωση, ο ποιητής έχει πάντα μαζί του για Ναύλα τη χάρτινη βάρκα που σκαρώνουν τα παιδικά μου χέρια/και την παραδίδουν στα ταξίδια… που κουβαλάω από τότε στις βαλίτσες μου (σ. 21), τη βάρκα της παιδικής ηλικίας, της αθωότητας, της καθαρής ματιάς και της ενσυναίσθησης. Σ’ όλη την ποιητική συλλογή, αλλά και την καλλιτεχνική του πορεία ο ποιητής επανέρχεται στο παρελθόν, αφού σ’ αυτό βρίσκει ένα κέλυφος προστατευτικό που τον ταξιδεύει προς την παιδικότητα, την ανεμελιά, την ξεγνοιασιά, το ελπιδοφόρο μέλλον.

Η απέναντι από τον τόπο καταγωγής του νήσος Σαπιέντζα (σ. 7), η πατρίδα της παιδικής ηλικίας, τότε που το όνειρο και η πραγματικότητα χάνονταν στην αχλύ και η φαντασία έλυνε τις απορίες των παιδικών ματιών, ορίζει και καθορίζει τον ποιητή από το εναρκτήριο κιόλας ποίημα. Η παγωμένη εικόνα ζωντανεύει. Ο τόπος κάποτε ήταν σώμα, ψυχή που περπατούσε στο κύμα, αλλά φυλακίστηκε από αόρατες δυνάμεις με σκοινιά που τον δένουν σε αναγκαστική ακινησία κι από τότε πασχίζει να γίνει καράβι, ταξίδι, προορισμός. Ατενίζοντάς την ο ποιητής αντικρίζει τον εαυτό του. Isola Sapienza. Σημειολογική συνδήλωση, ίσως, της μοναξιάς του ποιητή, απομονωμένου από τους γύρω του, σε άπειρους λογισμούς, σ’ ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, την εκπλήρωση των προσδοκιών, την άρση στην πνευματικότητα.

Με συνείδηση (Sapienza) της μηδαμινότητας, της φθαρτότητας και των απωλειών, δεμένος σε στέρεο κάβο, αδυνατεί να βαδίσει ελεύθερος, να ταξιδέψει, να εξακοντίσει στον ουρανό και στις ψυχές των αναγνωστών την ποίησή του. Κι όλο μένουν αταξίδευτα τα νεύματα, τα λόγια και οι στίχοι, δεμένα στο ντόκο της προσμονής του επόμενου πλοίου. Κι όλο πληθαίνουν τ’ αταξίδευτα και βαρυγκομάει ο ποιητής σαν τον Οδυσσέα, που δεν βγαίνει στην Ιθάκη, σαν τον Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγό πιλότο στα Κολόμπο, που Μα πάντα συλλογίζονταν την μακρινή του χώρα/και τα νησιά που ’ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν (Ν. Καββαδίας, Μαραμπού, 1933).

Χειμώνας

Τα χέρια μου
Το τελευταίο λιμάνι ενός νεύματος
που ’ναι έτοιμο
να ριχτεί σε πέλαγα αφιλόξενα

Είναι λοιπόν σ’ αυτά τα χέρια
όλο «γεια σου» και «έλα» δειλά
Αραγμένα
Καθυστερούν το ταξίδι τους
Και δεν σταματούν να πληθαίνουν αυτά
τ’ αταξίδευτα

Δες δέρμα κουρασμένο
Τι χειμώνας το σκληραίνει

Εξομολογείται ο ποιητής: «Αταξίδευτα είναι κι εκείνα που έμειναν πίσω και που δε θα τα βρείτε γραμμένα στις σελίδες του βιβλίου. Ή κι εκείνα που δεν γράφτηκαν ακόμη. Είναι εκείνα που με γερνούν, που με κουράζουν, όσα δεν έχω πει είναι, όσα δεν έχω κάνει». Τα ποιήματα της συλλογής εκπροσωπούν, λοιπόν, τα υπόλοιπα. Χάρτινα καραβάκια τα ποιήματά του, τα ’ριξε στο νερό, τα ’βαλε στο βιβλίο και μας τα προσφέρει αύρες θαλάσσιες, γεύσεις αρμύρας και τρικυμίας, αλισάχνη.

Μα πόσο δύσκολο είναι το ταξίδι της ποίησης! Ο ποιητής, άνθρωπος-καράβι, φτιαγμένος από ξύλο και όνειρα ταξιδιού, διαβρωμένος από το σαράκι του μπάρκου, με τους κάβους δεμένους, δεμένος με μάγια, κλυδωνίζεται ανάμεσα στους ενδόμυχους πόθους του απραγματοποίητου ταξιδιού και το αναγκαστικό αραξοβόλι, ανάμεσα στην ακινησία και το ταξίδι, τη ζωή και τον θάνατο, το φως και το σκοτάδι, τον έρωτα και την απουσία του. Ανάμεσα στην ποίηση και την απουσία της ποίησης.

Να λύσει

Δεμένος
Το σαράκι του ταξιδιού πάει κι έρχεται
στο κορμί
Σαράκι ανθεκτικό
Κι έτσι από ξύλο φτιαγμένος
κατατρώγει το κορμί
Τα κουπιά
Από πλώρη ως πρύμνη
Έτσι από ξύλο φτιαγμένος
Μοιάζει αυτό το ίδιο το υλικό
να ’ναι το αδύνατο σημείο
κι όχι αυτό που τον έχει δεμένο
Αλήθεια
Όλη η αδυναμία είναι εκείνη η τριχιά;
Μήπως όχι;

Όχι η τριχιά και ο πάσαλος
Όχι δα
Λέω
Που δεν έχει χέρια να λύσει τα
Μάγια

Σημασία, όμως, έχει όχι το ταξίδι, αλλά το όνειρο του ταξιδιού. Αυτό θα λύσει τα σκοινιά και τα μάγια, θα κάνει το σκαρί-κορμί να πλεύσει σ’ ένα αχαρτογράφητο αρχιπέλαγος ακατοίκητων βράχων. Πλοίο και ποιητής, τραβερσωμένοι, ναυαγισμένοι, σε απόγνωση, σε φυγή, σε αναζήτηση αέναης κίνησης, ρίχνουν στη θάλασσα μπουκάλια με ποιήματα, τα Αταξίδευτα, μηνύματα σωστικά σε αναζήτηση ναυαγών και απέλπιδων υπάρξεων. Είναι στο χέρι μας να τ’ αρπάξουμε, να τα διαβάσουμε, να προσπαθήσουμε να σωθούμε, γιατί τ’ όνειρο θέλει δύναμη, θέλει αίμα και ποίηση.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Coskun Cokbulan.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly